Παρασκευή, Απριλίου 24, 2009

Χαιρετίσματα στη Γη


Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση

«Κάτι τέτοιες στιγμές νοιώθω τόσο μελαγχολικός, νομίζω πως δεν μπορεί να με βοηθήσει κανείς»! Είπε ο κυβερνήτης, πιάνοντας με τις παλάμες τα μάγουλά του.
.
«Χα»! Συνέχισε να μονολογεί στο μισοσκόταδο. «Λες και δεν έχω γύρω μου ένα τσούρμο αστροναύτες έτοιμους να πέσουν και στη φωτιά, αν χρειαστεί, για μένα»!
.
Τα παράσιτα, ωστόσο, δυνάμωναν στην τεράστια οθόνη μπροστά απ’ τα όργανα ελέγχου του σκάφους.
.
«Λυπάμαι που θα σε ξυπνήσω, κύριε Άρνολντ, πρέπει να κάνεις μια δουλειά και συ. Η εικόνα θέλει διόρθωμα. Δε βλέπω ούτε πού διάβολο πηγαίνουμε τώρα»!
.
Σκούντηξε με τον αγκώνα του το διπλανό του. Εκείνος, σωριασμένος φαρδύς-πλατύς στην καρέκλα του συγκυβερνήτη, δεν έλεγε να κουνηθεί. Το πρόσωπό του κατακρεουργημένο, σάρκες ξεσκισμένες...
.
«Καλά, κύριε Άρνολντ... Θα σ’ αφήσω λίγο ακόμα. Άλλωστε όλοι νυστάζουμε. Εγώ...», έπνιξε ένα μισοτελειωμένο χασμουρητό, «εγώ δε βάζω γκάζια στο πλήρωμα»...
.
Σηκώθηκε σέρνοντας ένα ματωμένο πόδι, που τον πονούσε φοβερά.
.
«Τί ακαταστασία! Θάλαμος πλοήγησης λέγεται αυτός; Πού είναι ο αξιωματικός επιφυλακής»;
.
Πέρασε τη σμπαραλιασμένη πόρτα και τον βρήκε – μια άμορφη μάζα στο πάτωμα.
.
«Σήκω πάνω, κύριε δόκιμε»! Ούρλιαξε. «Θα διατάξω την παραδειγματική τιμωρία σου»!
.
Τον άρπαξε άγαρμπα με τα καταχαρακωμένα χέρια του και τον ταρακούνησε. Μάταιος κόπος. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, ο κυβερνήτης άρχισε να κλαίει...
.
Το κλάμα του κυβερνήτη το διέκοψε το σήμα στον ασύρματο. Ποιος ξέρει πόση ώρα ηχούσε το ζωηρό μπιπ-μπιπ, μέχρι να τ’ ακούσει. Άρπαξε το μικρόφωνο.
.
«Έρικ Αμαράθ, πλοίαρχος της έβδομης μοίρας του Αυτοκρατορικού Στόλου! Διατάξτε»!
.
Φοβερό βουητό ξεπήδησε απ’ τα μεγάφωνα, κοντεύοντας κυριολεκτικά να τον κουφάνει. Ήταν φανερό πως το μηχάνημα είχε χαλάσει. Καλούσε, εν τούτοις!
.
«Δεν έχω επιστροφή! Δεν έχω επιστροφή! Αν λαμβάνετε το σήμα μου, σάς πληροφορώ ότι όλα θα πάνε καλά! Επαναλαμβάνω: Όλα θα πάνε καλά»! Έκλεισε το δέκτη...
.
Το πληγωμένο του πόδι δεν τον άφηνε από τους πόνους. Μόρφαζε συνεχώς!
.
«Λοιπόν. Ας ξαναδούμε την κατάσταση... Δεν μπορεί να μην υπάρχει ζωντανός... Η γιατρίνα! Ναι, η γιατρίνα δεν έχει πεθάνει»!
.
Βγήκε στο διάδρομο κουτσαίνοντας κ’ έστριψε στην πρώτη γωνία. Δυο πτώματα τού έκλειναν το δρόμο, φορούσαν τις στολές της φρουράς. Τα προσπέρασε... Στο ιατρείο τα πάντα έδειχναν τακτοποιημένα... Η γιατρός ξαπλωμένη στο κρεβάτι εξέτασης, χωρίς τραύματα στο σώμα, αλλά και χωρίς κεφάλι!
.
«Γεια σου, Έλεν! Ήρθα πάλι. Τώρα δεν τη γλιτώνεις. Θα μού ψήσεις έναν καφέ»!
.
Η Έλεν, βαθιά μέσα του τού είπε: «Γεια σου, κυβερνήτη! Κάθησε. Μέτριο τον πίνεις τον καφέ»;
.
«Όπως πάντα, Έλεν»! Καμώθηκε πως κρατά το φλιτζάνι και πίνει... Μετά, σηκώθηκε απότομα πάνω!
.
«Καλή η παρέα σου φίλη μου, μα το καθήκον... Αυτοί οι ανάξιοι γαλονάδες που με περιστοιχίζουν μόνο να λουφάρουν ξέρουν κι’ όλα τα κάνω εγώ! Τα λέμε»...
.
Πετάχτηκε έξω και διασταυρώθηκε με το δεύτερο τέρας. Τα τέρατα, και τα δύο, προσπαθούσαν επιμελώς να τον αποφεύγουν, μα κάπου-κάπου, αναπόφευκτα, συναντιόντουσαν.
.
«Ω! Ο κύριος Αρκούδας! Πώς είστε»;
.
Το τέρας χώθηκε βιαστικά στην πόρτα που οδηγεί στο μηχανοστάσιο. Ερχόταν απ’ το πιλοτήριο, όπου προς μεγάλη του απελπισία είχε διαπιστώσει για άλλη μια φορά, ότι τίποτα δε λειτουργούσε εκεί.
.
Στο πιλοτήριο, ο κυβερνήτης, μ’ ένα ρολό γάζες έδεσε την πληγή του. Ύστερα οσμίστηκε με δυσφορία τον αέρα.
.
«Βρωμάει, που να πάρει»!
.
Ψηλάφισε μια θήκη στ’ αριστερά του και πήρε τη μάσκα οξυγόνου. Όμως, σαν να μετάνιωσε, την άφησε πάλι.
.
«Κοίτα, αν εσείς είσαστε άπλυτοι, δε φταίω! Κι’ ούτε προτίθεμαι να σας ανέχομαι για πολύ εδώ μέσα. Λοιπόν, κανονίστε την πορεία σας! Ή πάτε κατευθείαν στα ντους, ή φεύγω»!
Καμιά απάντηση...
.
«Ωραία... Μην έχετε παράπονο, σας προειδοποίησα».
.
Προχώρησε στενοχωρημένος προς την κεντρική έξοδο του σκάφους.
.
«Τους πούστηδες»! Συλλογίστηκε. «Τα κατάφεραν να με διώξουν. Θέλουν μόνοι τους να γυρίσουν στη Γη. Ας προσποιηθώ ότι δεν με πειράζει»...
.
Απασφάλισε γελαστός την μπουκαπόρτα...
.
«Στο επανιδείν, παίδες! Χαιρετίσματα στη Γη»!...
.
Έκλεισε τα στεγανά και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα ν’ ανοίξει η εξωτερική πόρτα που θα τον εξακόντιζε εντελώς στο διάστημα.
.
Τα τέρατα, δεν μπορούμε να πούμε, έτρεξαν να τον σώσουν. Αλλά δεν πρόφτασαν. Στάθηκαν στο φινιστρίνι και τον κοιτούσαν και σε μια γλώσσα παράξενη μίλησαν μεταξύ τους: «Έτσι κι’ αλλιώς άχρηστος ήταν. Είμαστε καταδικασμένοι. Πού να φανταστώ όταν σκοτώναμε τούτα τα ζώα πως βρισκόμασταν στο διάστημα κ’ ήταν αδύνατο να ξεφύγουμε»...
.
«Κι’ όμως, ήταν η τελευταία μας ελπίδα... Σύντομα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα συντριβούμε στην επιφάνεια του δικού μας πλανήτη»...
.
Κουνούσαν τα κεφάλια τους... Στο μεταξύ, απ’ το φινιστρίνι ο κυβερνήτης έβλεπε με τη φαντασία του τους ναύτες όλους να στέκονται και να τον αποχαιρετούν:
.
«Στο καλό, κυβερνήτη... Θα σε θυμόμαστε πάντα»...

Δεν υπάρχουν σχόλια: