Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009

Κεραμική και Ποίηση: Δυο Τέχνες που πεθαίνουν;

Γράφει ο Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Το 1997, εγκατέλειψα την κεραμική. Ήδη τα πρώτα σύννεφα είχαν διαφανεί. Πούλησα το οικογενειακό μας μαγαζί, μοίρασα το μερτικό δίκαια σε όλους και με τα δικά μου λεφτά ξεκίνησα τις ...παραγωγές δίσκων. Μπήκα στο χώρο του τραγουδιού και του εύκολου κέρδους. Στο χώρο, επίσης, της εύκολης απάτης...

Από τότε πέρασαν δώδεκα χρόνια. Κατέληξα υπάλληλος σε πολλές ξένες δουλειές μιας και ποτέ δεν ξανάφτιαξα μια δική μου. Με βρίσανε, μα κι εγώ έβρισα, παίρνοντας έτσι την "εκδίκηση του υπαλλήλου". Μια εκδίκηση που δεν πονάει ούτε μερμήγκι! Και δεν έμαθα, ποτέ πια, τι απέγινε η τέχνη του πηλού στο μέρος που το πότισα κι εγώ με τον ιδρώτα μου· το Μαρούσι...

Ώσπου ξημέρωσε η προχτεσινή μέρα... Και βγήκα στο δρόμο να περπατήσω μέχρι τα "καμίνια". Κει που άλλοτε υπήρχαν τα κιόσκια των αγγειοπλαστών, με το φούρνο που καίει το πριονίδι, τον ηλεκτρικό ή και ποδοκίνητο (ορισμένοι είχαν ποδοκίνητο) τροχό, τα αγγεία να στεγνώνουν στον ήλιο. Ήταν πολλά απ' αυτά τα καμίνια, όταν εγώ σταμάτησα τη δουλειά...

Περπατούσα κι όμως, η πόλη παρέμενε πόλη... Θυμόμουν που κάπου τα σπίτια "φτωχαίνανε", "κονταίνανε", τα στενά στενεύανε κι άρχιζαν τα χαμηλά εκείνα καταλύματα που στεγάζανε τον κόπο και μόχθο των ταπεινών δουλευτών του πηλού. Θυμόμουν τις στάμνες, τις πινιάτες, τις γάστρες, τις γλάστρες - ένα λάμδα άλλαζε όλη τη σημασία της μιας από την άλλη λέξη... Θυμόμουν τους καλοσυνάτους εκείνους ανθρώπους. Τα παιδιά τους, που τα είχαν κοντά στη δουλειά, μαθαίνοντάς τους την τέχνη...

Έφτασα επιτέλους πολύ κοντά. Κι είδα πως κάτι παρέμενε ίδιο! Ο μικρός εκείνος δρόμος υπήρχε! Και μερικά παλιά σπίτια! Και μια γριούλα σκάλιζε στον κήπο της τα λουλούδια. Πολύ γριά!... Κι όμως δούλευε το τσαπί! Βγήκαν απ' την ανοιχτή της αυλόπορτα τρία μεγάλα σκυλιά και μού γαύγισαν! "Μη, ξένε! Φύγε, ξένε", ήταν σαν να μού έλεγαν τα σκυλιά!

"Πέρνα, παιδί μου", φώναξε η γριά. "Δε δαγκώνουν"!... Έκανα εγώ να περάσω, μα το ένα σκυλί, το πιο ψηλόκορμο με ...δάγκωσε!... Πρόλαβα, ωστόσο, να τραβηχτώ και το μόνο που κατάφερε ήταν να μου σκίσει πέντε πόντους απ' το παντελόνι. Το ύφασμα μόνο. Απειροελάχιστη εντελώς αμυχή σχηματίστηκε στο πόδι μου το δεξί, λίγο κάτω απ' το γόνατο, στο εξωτερικό πλάι...

Γύρισα να υπακούσω στο πρόσταγμα των σκυλιών, ενώ την ίδια στιγμή η γριούλα πέταξε το τσαπί καταπάνω τους, και γλίτωσα μια δεύτερη, πιθανά πιο οδυνηρή επίθεση... Πρόλαβα να δω τούτο: Δεν υπήρχε δρόμος παρακάτω! Δηλαδή, και να συνέχιζα απρόσκοπτα την πορεία μου, δεν θα πήγαινα πολύ μακριά. Είχαν κλείσει το δρόμο για παντοτινά...

Με σκισμένο το παντελόνι, και μοιάζοντας ίσως με επαίτη του δρόμου, έκανα αρκετές γυροβολιές, πάντα όμως από άλλες μεριές - τα σκυλιά, ομολογώ, τα φοβήθηκα. Πουθενά δεν υπήρχαν "καμίνια"... Πουθενά... Κλείσανε τα κακόμοιρα τα καμίνια, οι γέροι μάλλον τα παρατήσανε, και τα παιδιά τους δεν συνέχισαν τη δουλειά...

Όταν, το 1997 έφυγα, είχαν χαθεί οι τεχνίτες της ...στάμνας! Αυτού του τόσο απλού (φαινομενικά απλού) πήλινου αντικειμένου, που κρυώνει το νερό και το πίνεις, ακόμα και στην ντάλα καλοκαίρι, γάργαρο και δροσερό. Ένας τεχνίτης καλός για στάμνες απέμενε, κι αυτός είχε πια γίνει οδηγός φορτηγού και πλέον κουβαλούσε τα πήλινα στα μαγαζιά...

Ερχόταν και στο δικό μου μαγαζί, ο συγκεκριμένος μεταφορέας, φέρνοντας διαλεχτή πραμάτεια... Βλέπετε, εγώ ήξερα παράλληλα και την τέχνη, και γνώριζα να διαλέγω τα καλύτερα για την πελατεία μου. Λίγο πιο ακριβά απ' των άλλων, αλλά οι πελάτες μ' εμπιστεύονταν. Όταν τούς έλεγα "τούτο είναι δίπυρο", σήμαινε πως ποτέ δε θα ξεφλούδιζε, κι όταν τούς έλεγα ότι ο πηλός είναι μαρουσιώτικος, σήμαινε πως δεν έκρυβε μέσα του την παραμικρή πετρούλα-ασβέστη...

Άρα, πέθανε η κεραμική, στο Μαρούσι; Την αφήσανε να πεθάνει; Κι άραγε, πεθαίνει και η ποίηση στην Ελλάδα; Την αφήσαμε στο μαρασμό της; Πού είναι οι ποιητές σήμερα; Πόσο λίγοι αλήθεια απομένουν, καλοί δουλευτές του στίχου! Και δεν εννοώ στιχουργούς, αλλά εργουργούς! Πηγές αναβλύζουσες νάμα! Πού είναι; Τι γίνηκαν αυτές οι πηγές;

Χτες, στο Verse Monkey!, αναρτήσαμε μερικά αξιολογότατα ποιήματα, τεράστιας αισθητικής αξίας. Προέρχονταν από μεγάλους μας ποιητές του παρελθόντος. Και όμως! Ξέρετε πόσοι διαβάσανε τις χτεσινές μας σελίδες; Μόλις εικοσιεννιά άτομα συνολικά. Δεκαεννιά καινούργιοι κι οι υπόλοιποι παλιοί επισκέπτες! Τι συμβαίνει; Πού είναι το ενδιαφέρον του κόσμου για την όμορφη ποίηση; Πώς, έτσι, μπορούν οι νέοι μας λογοτέχνες να δημιουργήσουν;

Μια αποκάρδιωση, φίλες και φίλοι, νιώσαμε χτες! Η φλόγα τρεμοσβήνει, της ποίησης, στη χώρα μας! Βάζουμε το χέρι μας, να τη σκεπάσουμε. Εμείς καιγόμαστε ίσως. Και ίσως δε θα τα καταφέρουμε μοναχοί. Θέλουμε τη συμπαράσταση πολύ περισσότερων. Σας θέλουμε όλους κοντά μας! Σχολιάστε, συμμετέχετε, ελάτε πιο κοντά. Από εσάς και εμάς ενωμένους, εξαρτάται το μέλλον της παρούσας προσπάθειάς μας.

Μα, κι αν αποτύχουμε στο τέλος, η ποίηση θ' αναστηθεί από τις στάχτες της. Δεν είμαστε άλλωστε εμείς, η ποίηση. Εμείς, κάνουμε ποίηση...

Για το Verse Monkey!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δυνατό!

Δημήτρης Ζήνας