Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

Χάος στην Αϊτή


Καταστροφή φρικτή
Σε ένα πανέμορφο νησί
Σε ένα πρωί
Στην Αιτή

Χιλιάδες είναι οι νεκροί
Μα πιο νεκροί
Αυτοί που έζησαν εκεί
Και τριγυρνάνε στα ερείπια
Επί ξύλου κρεμάμενοι
Κρέμονται στο κενό
Περιμένοντας μάταια
Οποιαδήποτε βοήθεια από οποιονδήποτε
Περπατώντας στα συντρίμμια
Από τα οποία το μόνο που θα ξεπηδήσει
Είναι βία
Το χάος θα αρχίσει
Να χορεύει στα καλντερίμια
Και οι ευκατάστατοι θα ξανακτίσουν τα σπίτια τους που σχεδόν καταστράφηκαν
Ξυπνήστε
ακόμα και απέναντι στις θεομηνίες
δεν είμαστε ίσοι
ακόμα και απέναντι στον θάνατο
όμως κάποια μέρα
όπως το θέλει η φύση
για όλους μας
ο ήλιος αυτός θα δύσει.

Νεκτάριος Μπέσης

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2010

Αϊτή, Ιανουάριος 2010


Δυο αητόπουλα, δυο χρυσαητοί,
κινήσαν απ’ την Αϊτή,
να πάνε το μαντάτο,
σ’ όλου του κόσμου τις αχτές,
πως ο ήλιος δεν εβγήκε χτες
και τ’ άστρα πέσαν κάτω.

Φτάσαν στου Ουάσιγκτων τη γη
κι είχαν στα στήθια τους πληγή
και φύγαν για Λονδίνο
κι απ’ το Λονδίνο στο Καλαί,
με τις φτερούγες τους τις μπλε,
παντού σκορπώντας θρήνο.

Περάσαν κι απ’ τον Πειραιά,
πετώντας μόνοι κι αραιά
και ρίξαν το στεφάνι,
πλεγμένο μ’ άνθια των αγρών,
από τα χέρια κοριτσιών,
που η μάνα τους τα χάνει.

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11, 2010

Αχιλλέας - Μεταξύ μύθου και πραγματικότητας


Γράφει ο συγγραφέας κ. Νίκος Μπατσικανής

Η απόφαση της εκστρατείας εναντίον της Τροίας, πάρθηκε αρκετά χρόνια νωρίτερα από την πραγματοποίησή της.

Η θεά Θέτιδα, γυναίκα του βασιλιά της Φθίας, Πηλέα, μητέρα του Αχιλλέα, ο οποίος, τότε, ήταν περίπου 15 ετών, πήγε το γιο της στη Σκύρο, όπου βασίλευε ο αδελφός της Λυκομήδης, που είχε μόνο κόρες. Ξέροντας πως το παιδί της δεν είναι αθάνατο, όπως η ίδια, αλλά τρωτό, έστω και στην φτέρνα, το σημείο απ’ όπου τον κρατούσε όταν τον είχε βαπτίσει στα νερά της Στύγας (Στυγός), φοβόταν πως στον πόλεμο θα κινδύνευε να σκοτωθεί και ήταν ο μονάκριβός της. Εκεί, τον έκρυψε μέσα στη βασιλική αυλή, ανάμεσα στις κόρες του, λέγοντας στο Λυκομήδη πως τον προορίζει για μελλοντικό γαμπρό του (στις βασιλικές οικογένειες συνηθίζεται γάμος μεταξύ συγγενών).

Στο σύζυγό της είχε πει πως τον άφησε εκεί, για να γνωριστεί με τις κοπέλες και να διαλέξει την καλύτερη. Ενώ, ζήτησε από τον αδελφό της να μη μάθει τίποτα ο γιος της για τον πόλεμο, γιατί η ίδια γνώριζε την αγάπη του στις πολεμικές τέχνες.

Στο παλάτι, ο Αχιλλέας ανατράφηκε μαζί με τις θυγατέρες του βασιλιά και συνδέθηκε ερωτικά με τη μία από αυτές, η οποία λεγόταν Δηιδάμεια. Από την ένωσή τους γεννήθηκε, αργότερα, μετά την αναχώρηση του Αχιλλέα από εκεί, ο γιος τους Νεοπτόλεμος, αυτός, δηλαδή, που «ανανεώνει τον πόλεμο», ή Πύρρος, που σήμαινε κοκκινομάλλης, έχοντας πάρει το χρώμα των μαλλιών της μητέρας του.

Από τη γενιά, δε, του Νεοπτόλεμου, απόγονος ήταν η μάνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδα, κόρη του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.

Ένα χρόνο πριν την εκστρατεία, έγινε γενική επιστράτευση όλων των Ελλήνων που ήταν πάνω από 18 ετών, όσο είχε φτάσει, πια, και ο Αχιλλέας, μα ο ήρωας ήταν άφαντος, και κανείς δε γνώριζε πού βρισκόταν. Οι φήμες τόν έφερναν στη Λοκρίδα, τόπο του στενού του φίλου, μα και συγγενή του, πρίγκιπα Πατρόκλου.

Έτσι, ο Αρχιστράτηγος των Ελλήνων Αγαμέμνονας ανέθεσε στο βασιλιά της Ιθάκης, τον πανούργο Οδυσσέα, να βρει τον Αχιλλέα, που από τα εφηβικά του χρόνια είχε ξεχωρίσει για τη ρώμη και την ομορφιά του.

Επί πλέον, ήταν γνωστό πως η αρματωσιά του είχε κατασκευαστεί από το θεό Ήφαιστο, κατόπιν παραγγελίας της Θέτιδας, ενώ τα βέλη, το κοντάρι και το σπαθί του ήταν πολύτιμα όπλα, στα δυνατά χέρια του, στον πόλεμο που θα γινόταν.

Ο Οδυσσέας, αφού περιπλανήθηκε στη Φθία και συγκέντρωσε πληροφορίες, κατέληξε στη Σκύρο. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε πραματευτή, πουλούσε μεταξωτά υφάσματα, χτένες και γυναικεία διακοσμητικά (μπιζού). Φτάνοντας στο παλάτι, έτρεξαν οι κόρες του βασιλιά ν’ αγοράσουν διάφορα στολίδια. Τότε έβγαλε κι ένα σπαθί και το έδειχνε, αλλά κανένα κορίτσι δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτό, εκτός από τον Αχιλλέα, ο οποίος, με λαχτάρα, έτρεξε και ζήτησε να το αγοράσει εκείνος. Αυτό ήταν. Η αποκάλυψη έγινε αμέσως, κι ο νεαρός πήγε, αρχικά, στη Φθία, απ’ όπου, με πενήντα καράβια έφτασε, μετά από τις αναγκαίες προετοιμασίες, λίγες μέρες μετά, στην Αυλίδα, για να φύγουν όλοι οι Έλληνες, μαζί, για την Τροία. Ο όρμος από τον οποίο σαλπάρισε ο ήρωας, ονομάζεται στην Σκύρο και σήμερα Αχίλλι.

Πριν την αναχώρηση, για το Ίλιον, ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνονας, με το πρόσχημα πως θα τον παντρέψει με την κόρη του Ιφιγένεια, την έφερε στην Αυλίδα, αλλά, κρυφά από τη γυναίκα του και μάνα της Κλυταιμνήστρα, προσπάθησε να τη θυσιάσει (σύμφωνα με την εντολή του μάντη Κάλχα) στους θεούς, ώστε να τους εξευμενίσει, και να φυσήξει ούριος άνεμος για τα πανιά των Ελληνικών πλοίων (τραγωδία: «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»). Η δυσμένεια των θεών οφείλονταν στο γεγονός πως ο βασιλιάς των Μυκηνών είχε σκοτώσει, παλαιότερα, στο κυνήγι, το αγαπημένο ελάφι της θεάς Άρτεμης. Στη διάρκεια της θυσίας, η θεά, βεβαιωμένη για τη μετάνοια του Αγαμέμνονα, γλίτωσε τη θυγατέρα του από το θάνατο, στέλνοντάς την να ζήσει στην Ταυρίδα (τραγωδία: «Ιφιγένεια εν Ταύροις»), όπου η νεαρή παρθένα διετέλεσε ιέρεια στο ναό της.

Το προηγούμενο γεγονός αποτελεί κομβικό σημείο για τον κύκλο: Τραγωδίες του Μύθου των Ατρειδών, δηλαδή, της γενιάς του Ατρέα, καθώς η σύζυγος του Αγαμέμνονα, βασίλισσα Κλυταιμνήστρα, δε συγχώρεσε ποτέ τον άντρα της για την απώλεια της κόρης της. Στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου και της απουσίας του βασιλιά, εκείνη συνήψε ερωτική σχέση με τον αδελφό του Αίγισθο, και, με την επιστροφή του Αγαμέμνονα, τόν δολοφόνησαν, από κοινού. Ακολούθησε και το δικό της σκότωμα από τα παιδιά της (τραγωδίες: Ηλέκτρα, Ορέστης, Χοηφόρες, Ευμενίδες) και όσα τραγικά επιπλέον.

Ο άλλος σημαντικός κύκλος της Ελληνικής Τραγωδίας αφορά το Μύθο των Λαβδακιδών (Θήβα, Οιδίπους, Αντιγόνη, Ισμήνη, Επτά επί Θήβας). Μεμονωμένες τραγωδίες είναι: Μήδεια, Πέρσες, Τρωάδες κ.ά.

Ένα από τα στοιχεία του Αρχαίου Δράματος, αποτελεί το γεγονός ότι ποτέ δε γίνεται φόνος «επί σκηνής», ενώ γνωστά είναι και τα: «ο από μηχανής θεός» και η κάθαρση.

Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές μας (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) και ο Αριστοφάνης, στην Κωμωδία, άφησαν διαχρονική και Οικουμενική κληρονομιά, στην Ανθρωπότητα, τα έργα τους. Σε αυτά, πρώτοι, στον Κόσμο, καταπιάστηκαν με μεγάλα θέματα (έρωτα, θάνατο, ανθρώπινες σχέσεις, πόλεμο, ειρήνη κ.λπ.), ενώ έμειναν παγκοσμίως γνωστά: το «Οιδιπόδειο σύμπλεγμα», που αφορά τη σχέση πατέρα – κόρης (Οιδίποδας - Αντιγόνη), αλλά στις τραγωδίες τους πρωτοπαρουσιάστηκε και αυτό μητέρας – γιου (Κλυταιμνήστρα - Ορέστης).

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2010

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ - Σημεία των καιρών

Γράφει ο Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Κάθε καιρός έχει τα δικά του σημεία. Σήμερα, την κοινωνία μας την απασχολούν θέματα όπως η λαθρομετανάστευση, η οικονομική κρίση και η τρομοκρατία. Σε προηγούμενες εποχές ήταν άλλα. Τα μπουντρούμια της Ε.Σ.Α. στη Δικτατορία, η πείνα στην Κατοχή, οι βαλκανικοί πόλεμοι παλιότερα και φτάνουμε στις πυργωμένες πόλεις του Μεσαίωνα, που επικρατούσε μια άκρατη θρησκοληψία, η οποία μύρια βάσανα επέφερε στους ανήσυχους τότε νόες.

Φαίνεται, είναι η μοίρα του ανθρώπου να μην χαίρεται την ομορφιά της φύσης γύρω. Όλα τού φταίνε και τρώγεται με τα ρούχα του. Για δείτε, τώρα: Ο λαθρομετανάστης αντιμετωπίζεται σαν εχθρός! Τρέμουμε, η θρησκεία του να μην είναι διαφορετική απ’ τη δική μας. Θυμώνουμε με τη μαντήλα που φορεί στο κεφάλι του. Αρνιόμαστε να δώσουμε την ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά του, παρόλο που αυτά έχουν γεννηθεί και ζήσει όλη τη ζωή τους εδώ. Τα απελαύνουμε με την ενηλικίωσή τους, σε προορισμούς που τα ίδια δεν γνωρίζουν· δεν γνώρισαν ποτέ τους. Καταδικασμένα να θεωρούνται λαθρομετανάστες σ’ όλη τη γη.

Το πρόβλημα ξεκινά από εκεί που εμείς δεν ξεκινάμε. Απ’ το αρχικό ερώτημα αν επιθυμούμε την απόλυτη φυλετική καθαρότητα – μια καθαρότητα που λάτρεψε και ο Χίτλερ – ή δεχόμαστε τη συνύπαρξη όλων των φυλών, ανεξαρτήτως τόπων και εντοπιοτήτων. Κι αν δεχτούμε το δεύτερο, τότε πρέπει να ανοίξουν αφενός τα σύνορά μας και να εμπλουτίσουμε το έμψυχο δυναμικό μας με τον αυτόβουλα προσερχόμενο πληθυσμιακό πλούτο, κι απ’ την άλλη τούτο δεν πρέπει να γίνει άκριτα. Είναι απαραίτητο να χαλυβδωθούν οι νόμοι μας, προκειμένου να επιτευχθεί η απρόσκοπτη συμβίωση όλων των φυλών στη χώρα μας. Άλλωστε – και είναι ιστορικά παρατηρημένο – αργά ή γρήγορα, άπαντες θα αφομοιωθούν από το ισχυρό ανά τους αιώνες ελληνικό στοιχείο.

Και ακόμα-ακόμα, υπάρχει η οικονομική κρίση που μαστίζει όλη την Ευρώπη. Η πλήρης ευρωπαϊκή αφομοίωση του μεταναστευτικού ρεύματος, η ένταξή τους στο γενικότερο γρανάζι της οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα αποτελέσει αιτία για τις χώρες απ’ τις οποίες οι λαθρομετανάστες προέρχονται να μην στέλνουν πια το «υπερπολύτιμο φορτίο» τους. Να το κρατήσουν και να το εκμεταλλευτούν οι ίδιες. Και, κοιτάξτε επίσης: Ήρθαν οι ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μάς κάνουν έλεγχο!

Μα, οι χώρες τους, μαστίζονται απ’ την κακοκαιρία. Ψύχος και παγετός στη Γαλλία, στην Αγγλία, στη Γερμανία. Πάνε τα λεμόνια τους, τα εσπεριδοειδή τους, πάνε όλα τα εν αναπτύξει αγροτικά τους προϊόντα. Στην Ελλάδα, από καθαρή τύχη – λένε οι μετεωρολόγοι – , δε μας άγγιξε το φαινόμενο. Τι ελέγχουν οι ελεγκτές; Αύριο θα εξαρτώνται απ’ τη δική μας παραγωγή. Κι αν η κυβέρνησή μας δεν ήταν τόσο φοβισμένη, θα «κρατούσε καλύτερα τα μπόσικα». Και θα περνούσε και στην αντεπίθεση. Βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα. Αναδασμός γης για τους αγρότες, με τον όρο να παράγουν απαραίτητα κάποια μεγέθη. (Εδώ μιλάμε για παραχώρηση των τεράστιων εγκαταλελειμμένων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου).

Και βάζουν τους πολίτες να συλλέγουν αποδείξεις. Και δελεάζουν με μπόνους και αφορολόγητα. Αντί να τους εξωθούν ν’ ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση και να τους χρηματοδοτούν προς τούτο. Κλειστή, σφιχτή πολιτική, που θα γεράσει πριν ενηλικιωθεί και θα πεθάνει πριν τη δούμε. Και το Εθνικό Σύστημα Υγείας να στέλνει πεσκέσι στο χάροντα επώνυμους και ανώνυμους. Ο Νίκος Κακαουνάκης, ο Χριστόδουλος, ο ξάδερφος της μάνας μου. Όλοι αδιακρίτως στο ίδιο τσουβάλι. Τα ίδια ιατρικά λάθη τούς έστειλαν στον άλλο κόσμο.

Τέλος, η τρομοκρατία. Σημείο των καιρών μας κι αυτή… Χτες, στις οχτώ η ώρα το βράδυ, έσκασε βόμβα πλάι στη σκοπιά του Άγνωστου Στρατιώτη, στο Σύνταγμα. Νωρίς το πρωί, έγραψα ένα μήνυμα στο ραδιόφωνο – και διαβάστηκε στην εκπομπή του κ. Γιάννη Παπαγιάννη, στον Real FM, 97,8 – το οποίο επί λέξει λέει τα εξής: «Το γεγονός ότι οι τρομοκράτες δεν απειλούν ανθρώπινες ζωές και γενικά δεν στρέφονται εναντίον ανθρώπινων στόχων, με ικανοποιεί ιδιαιτέρως. Και πείθομαι όλο και πιο πολύ ότι δεν είναι τρελοί ούτε απάνθρωποι. Αν συνεχίσουν να δρουν έτσι προσεκτικά, τότε δηλώνω πως θα σταθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάνω στα επιχειρήματά τους και θα προσπαθήσω, μέσω των ιστολογίων μου, να προσεγγίσω το σκεπτικό τους. Επίσης, αρκετά άρθρα μου θα τα διοχετεύσω και σε μεγάλα ιστολόγια, όπως το Fimotro, με τα οποία στο παρελθόν έχω συνεργαστεί. Όλα αυτά, υπό τον όρο ότι οι αποκαλούμενοι σήμερα "τρομοκράτες", θα αποδείξουν ότι είναι επαναστάτες και σέβονται απόλυτα την ανθρώπινη ζωή ακόμη και των εχθρών τους».

Δεν έχω τίποτα περισσότερο να προσθέσω…

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

Μες στον οντά


Μες στον οντά, π’ όλο κεντά
και π’ όλο πλέκει νήματα,
στέλνει τη σκέψη της κοντά
κι ένα μπουκέτο ποιήματα.

Τα ποιήματά της στο χαρτί
κι η σκέψη της ξετύλιχτη,
μια Κυριακή, κοντή γιορτή
και μια Δευτέρα αμείλιχτη.

Είναι λωλή και το φιλί,
δεν το χαρίζει σ’ άλλονε,
μόν’ σ’ έναν ξένο, στην αυλή
κι η μάνα της τη μάλωνε.

Κι η μάνα της κρατεί κλειδί
και την κλειδώνει μην τον δει
και τη σφαλνά κι αυτή σπαρνά,
στο φως εκεί, το σκοταδί.

Κι ένα πουλί, παρακαλεί,
να τού πηγαίνει γράμματα
και το πουλί πικρολαλεί
και την κοιτάει κατάματα:

«Θα σύρω μια, θα σύρω δυο,
θα σύρω τρεις για να τον διω,
μετά τραβά γι’ ανατολή,
καινούργια αγάπη τον καλεί».

Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2010

Ροβεσπιέρος

Λευκό σεντόνι τον εσκέπαζε ως απάνου,
να μην εγγίζεται απ’ το φέγγος της ημέρος,
τον όχλο σκεύονταν απόξω, του δρεπάνου,
της εκτελέσεως το αψηλωμένο μέρος.

Ωχρή κερκίς, η εθνόλαλη, του ομιλητηρίου,
που υψηλώς εφέροντο του αγώνος οι μαστόροι,
των γηρασμένων κεφαλών μέλη του Συμβουλίου,
του καθημού το αστικόν φορούν επανωφόρι.

Κλαδί της κυριότητος στο χέρι του βαστάγει,
μισόνε τον εκάλυπτε το μάκρος του μανδύος,
τον Όρκο του Σφαιριστηριού ακούνητος κοιτάγει
κι ο φοβισμός, του εμαύριζε όσα ήξερε επιγείως.

Σχισμένο υποκάμισο φορεί, όπως κι οι άλλοι,
οι μοναχοί των πόλεων, του πλήθους οι εσπρωγμένοι,
της νεαράς λευκάνσεως πολιτικόν κεφάλι,
που ο λόγος του συγκρούσθηκε με τάξιν ταγισμένη.

Και ρόδιζε τ’ απόγευμα της μαύρης Θερμιδόρου,
που τη δημόσια αντίκρισε κλίνη του εξαπλωτήρος,
χέρια πολίτου τον βαστούν με σκούφια προφεσόρου
και η λεπίς κατέπεσεν του λαϊκού κοπτήρος.

Του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου

(Από τη συλλογή Διηγημάτων, του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου, "Καφές με θέα στην Κόλαση").

Αν βιάστηκες που έφυγες


Αν βιάστηκες που έφυγες στα σκοτεινά τα ξένα,
αφήνοντας μονάχους μας, παιδιά, εγγόνια, εμένα,
σε συγχωρώ, Αγάπη μου, για ένα λόγο μόνο,
’τι πρώτος τ’ αγγελούδι μας, που βύθισε στον πόνο
όλους μας, όταν μίσεψε, θα ανταμώσεις τώρα
στα μονοπάτια τ’ ουρανού, από την πρώτη ώρα.
Να πεις στον Αντωνάκη μας τον αγαπάμε ακόμα,
κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, κι ας είναι μες το χώμα.
Για μας θα είναι ζωντανός, ανάμεσά μας πάντα,
ολάνθιστο, ξεχωριστό λουλούδι στη βεράντα.
Φιλιά τού στέλνω αμέτρητα, χάδια που τα στερήθη
στον κόρφο μου τον τραγουδώ, λες και γλυκά κοιμήθη.
Όλα τα άνθη του Μαγιού, φρούτα ’π’ το καλοκαίρι,
και των πουλιών κελάηδισμα, το πιόμορφο αστέρι,
να κάνει του Παράδεισου τη στράτα ασημένια,
παρηγοριά μου θάχω εγώ, μοναδική μου έννοια,
να σας φωτίζει και τους δυο Ανάστασης το θάμα,
σεργιάνι όταν βγαίνετε με το Χριστό αντάμα.
Αγκαλιασμένοι να ’στε κει πατέρας - παλικάρι,
με τάμα ζήτησα κρυφά στης Παναγιάς τη χάρη.

Του Νίκου Μπατσικανή

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

Καλημέρα


Απλά λόγια, καθημερινά της γράφω,
με ένα bic στυλό τα υπογράφω
Την καλημέρα μου, στο κομοδίνο,
μ’ ένα φιλί αφήνω.

Πριν φύγω, τα παιδιά, στο μέτωπο χαϊδεύω
και τα χαζεύω…
της κάθε μέρας μου, πηγή ζωής
θες να την πιεις…

και να...
Την μοιράζεται αυτόματα με όλους,
ονειροπόλους...
όπως κοιτάς τους άλλους, η ψυχή χαμογελάει
ζωή σκορπάει.

Του Δημήτρη Ζ. (Blog)

_______________________________________
Κάτι που σπάνια κάνω…. Ξαναδημιουργώ παλαιότερο ποίημα μου!

Αυτό εδώ δηλαδή...
http://versemonkey.blogspot.com/2009/07/blog-post_6748.html

ΥΓ.:
To
http://versemonkey.blogspot.com/2009/07/blog-post_6230.html
Έγινε τραγούδι... Απόλαυσέ το!
http://www.youtube.com/watch?v=SWglbw8HU_I

Σταγόνες δακρύων


Ρόδι που έσπασε στην αλλαγή του χρόνου.
Τον Αύγουστο πληγώθηκα, χειμώνα έχώ του πόνου.

Την πόρτα χτύπησες και σκόρπισες την μέρα
Το όχι που πες, αντίο ήταν, πλοίο που σάλπαρε Δευτέρα.

Ουρανέ, του ονείρου σκέπη, γιατί τα σύννεφα ζηλεύω.
Πές μου να μάθω.

Κι όταν θυμώνεις σιωπηλά, γκρίζος σαν γίνεις, σκοτεινός
τους στίχους πλάθω…

Οι όμορφοι στίχοι πως πονάνε, κάθε που βρέχεις
Καλά να πάθω…

Σταγόνες δακρύων, χάνονται σαν ξημερώσει….

Του Δημήτρη Ζ. (Blog)

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010

Village Park


Πάρκο το ψυχαγωγικό, στο δρόμο της Νικαίας,
με την απάνω γυάλινη πολυκαφετερία,
με τρούλο φωταγωγικό, λαϊκού σταθμού κεραία,
φτιασίδι στην εργατική του Πειραιώς γωνία.

Των Ηνωμένων Αιθουσών η σκοτεινιά περνούσε,
και πέρα απ’ τα όρια τα Αθηναϊκά,
ο κόσμος ο νεανικός έδειχνε να χωρούσε,
στου μέλλοντος τα στέγαστρα, τα επαρχιακά.

Του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου

(Από τη συλλογή Διηγημάτων του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου, "Καφές με θέα στην Κόλαση").

Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2010

U2



Γράφει ο Χρήστος Χ. Θεοφιλάτος

Αναρωτιέμαι πόσο άδεια ζωή πρέπει να ’χει κάποιος, για ν’ αγοράζει εισιτήρια ένα χρόνο πριν απ’ τη συναυλία που ΘΑ γίνει. Ήταν οι U2, σε ζωντανή μετάδοση από την Πύλη του Βρανδεμβούργου. Ο ήχος τους, έμοιαζε με γαλήνια πτήση σε αεροπλάνο της Λουφτχάνσα. Έτσι απόλυτα καταξιωμένοι όπως ήταν και με τόση απήχηση, ήταν να απορείς που δεν είχαν ακόμα σιχαθεί τους εαυτούς τους και αυτό που έκαναν.

Η εποχή των μεγάλων συγκροτημάτων είχε τελειώσει κι έτσι η μουσική βιομηχανία παρέδωσε τη σκυτάλη σ’ αυτούς, που σαν καλά παιδιά σεβάστηκαν τον νέο ήχο και την άκακη στιχουργία που δεν τα βάζει με κανέναν. Υμνούσαν τον Νέο Κόσμο και αυτός τους το ανταπέδιδε. Οι Asia ξεπεράστηκαν ως παρωχημένοι· οι Barclay James Harvest αφέθηκαν να πεθάνουν ήσυχα στις ερημιές, ως απολιθώματα της ροκ.

Το μέλλον ήταν οι U2. Η μουσική τους ήταν σαν μακρύ χέσιμο στους αιθέρες. Ένα συνεχές άδειασμα και τίποτ’ άλλο. Δεν ξέρω αν είχαν ποτέ κάτι αθώο πάνω τους, πάντως ό,τι κι αν είχαν, ΠΑΕΙ, είχε πια χαθεί σ’ έναν ωκεανό άκριτης αποδοχής και αδικαιολόγητων προπωλήσεων εισιτηρίων, ένα χρόνο πριν να εμφανιστούν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009

Δεν έχει άλλους χειμώνες... Δεν έχει μάτια να στάζουνε...

Στιγματίζοντας το χθες, δείχνοντας με το δάχτυλο τι πήγε στραβά, αντιστηρίζεις την πεσμένη σου αντίληψη για μια αγάπη που ποτέ δεν σε άνοιξε.

Ατενίζοντας το χθες, κοιτάς το σήμερα, σαν αστρολόγος και υποστηρίζεις, ότι σου λείπει αυτό που την ψυχή σου δεν άγγιξε.

Αν μερικές φορές τα μάτια σου καίνε, σαν ζεστός άνεμος καλοκαιρινής νύχτας,
αν μερικές φορές αυτό που βλέπεις θολώνει και χάνεται φεύγει.
Είναι που το κρύο σε φόβισε παιδί σαν ήσουν.
Ή που γυρνούσες φοβισμένη στα ανύπαρκτα σπίτια των ονείρων σου.
Κάστρο σαν γίνανε οι σκέψεις...
δικές σου τις έκανες... πετραδάκια που κατασκεύασαν το δικό σου παραμύθι.
Το παραμύθι μιας ζωής που δεν έπαψε ηδονές να ζητά,
αλλά ποτέ δεν ξέχασε πως...

Του Δημήτρη Ζ. (Blog)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Με τον τρόπο του Τσαρλς Μπουκόβσκι


Δε γλιτώνεις απ’ τους κριτικούς ό,τι κι αν κάνεις,
όσο πιο πετυχημένος γίνεσαι, τόσο σκληρότερη κριτική θα δέχεσαι,
ιδίως από κείνους που αποζητούν απεγνωσμένα ένα ψίχουλο απ’ την επιτυχία σου.
Νομίζω ότι αυτό που ενοχλεί πιο πολύ τους κριτικούς,
είναι να βλέπουν να πετυχαίνει κάποιος που ’ρχεται απ’ το πουθενά
κι όχι κάποιος απ’ τον ιδιαίτερο δικό τους κύκλο,
απ’ το σινάφι εκείνων που έχουν μονοπώλιο το χρίσμα.
Πάντα θα υπάρχουν κριτικοί
κι όταν πάψουν να υπάρχουν,
– αν σταματήσουν ποτέ –
τότε θα ξέρεις ότι τελείωσε η σύντομη μέρα σου στον ήλιο.

Τσαρλς Μπουκόβσκι

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 01, 2009

Προδοσία


Αφιερωμένο στην Νανά Τσούμα

Στην τάβλα το τραπεζομάντηλο να στρώσεις
και την πιατέλα βάλε πάνω με ψητό
κι ωσότου φάω και πιω, σύρε να με προδώσεις,
στης μαύρης κόλασης το μαύρο συρφετό.

Την νύχτα θα ’χεις αδερφή να προχωρήσεις,
τ’ αστέρια λαδολύχναρα πίσω να ’ρθείς
και το μεθύσι μου για να μ’ αργοπορήσεις,
με λόγια του έρωτα, πως τάχα με ποθείς.

Όταν θα μπούνε τα σκυλιά με τα μαχαίρια
και την κουλούρα μού περάσουν στο λαιμό,
εγώ σφιχτά θα σού κρατώ τα δυο σου χέρια,
τα χέρια τούτα, που μ’ ανοίγουν τον γκρεμό.

Ανεβασμένος θα σε δω σ’ ένα καμιόνι,
μέρες αργότερα να περπατάς σκυφτή,
λίγο πιο πέρα θα ’χουν στήσει την αγχόνη
κι ω, πόσος κόσμος θα ’χει αλήθεια μαζευτεί.

Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση