Οι παροιμίες:
1. Σύντομο λαϊκό απόφθεγμα, έμμετρο ή πεζό, που εκφράζει αλληγορικά ή σκωπτικά μια αλήθεια και που αποτελεί προϊόν μακρόχρονης πείρας και λέγεται για να παραδειγματίσει, να διδάξει ή για να σχολιάσει μια κατάσταση.
2. Παροιμία λέγεται η πρόταση που εκφράζει επιγραμματικά μια λογική γνώμη ή συμβουλή.
3. Η λογική παρατήρηση που πηγάζει από τη μακρόχρονη πείρα των ανθρώπων.
Παροιμίες: «Είμαστε όλες ορφανές, χωρίς γνωστό πατέρα, στο στόμα σας μάς έχετε, όλοι σας κάθε μέρα. Και για να γίνουμε γνωστές, δεν φτάνει η ύπαρξή μας, θέλουμε την αγάπη σας, για τη διάδοσή μας».
Παροιμίες από «Α»:
Αβέρτα κουβέρτα.
Αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.
Αγάπα με να σ’ αγαπώ, θέλε με να σε θέλω,
γιατί θα ’ρθεί ένας καιρός να θες και να μη θέλω.
Αγάπαγε τον φίλο σου με το ελάττωμά του.
Αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα.
Αγαπώ τούς φίλους μου, αλλά τον εαυτόν μου περισσότερο.
Άγιε μου Γιώργη, σώσε με! Μα κούνα και τα χέρια σου!
Άγιος που δε θαυματουργεί, μηδέ δοξολογιέται.
Άγιος χωρίς θαύματα και οι πιστοί του λίγοι.
Αγόρασε γουρούνι στο σακί.
Αδειάζω το κεφάλι μου να γεμίσω το δικό σου.
Άδειασε μας την γωνιά.
Άδικο σπέρνεις, άδικο θα θερίσεις.
Άδουλος δουλειά δεν έχει, το βρακί του λύνει-δένει.
Αέρα κοπανιστό.
Ακαμάτης νιος, γέρος διακονιάρης.
Ακόμη δεν έπηξε το μυαλό του.
Ακόμη δεν τον είδαμε, Γιάννη τον εβγάλαμε.
Ακόμη και τα άντερα με την κοιλιά μαλώνουνε.
Άκουγε πολλά και λέγε λίγα.
Άκουσε γέρου συμβουλή και παιδευμένου γνώση.
Άκουσε τα εξ αμάξης.
Άκουσε όσα σέρνει η σκούπα.
Ακριβός στο πίτουρο και φτηνός στ’ αλεύρι.
(Με μέριμνα του ποιητή φίλου μας κ. Νίκου Μπατσικανή, από τη συλλογή του Βασιλείου Μ. Σακκά). V.M.!
Τρίτη, Μαΐου 26, 2009
Παροιμίες
Το νεύμα

Μία διαταγή, μία βρισιά, μία κουβέντα
το άδικο που καλά κρατεί,
μας ενώνει ένας κόμπος στο λαιμό,
μας ενώνει ένα ξεροκατάπημα.
το άδικο που καλά κρατεί,
μας ενώνει ένας κόμπος στο λαιμό,
μας ενώνει ένα ξεροκατάπημα.
Ένα χαμόγελο χρωστάμε στα παιδιά μας
και αυτό δεν μπορεί κάποιος με δόσεις να δώσει
και αυτό δεν μπορεί κάποιος με δόσεις να δώσει
Μια πενιά από κιθάρα ξεκούρτιστη
βασανίζει το μυαλό μου
βασανίζει το μυαλό μου
Σέρνω μαζί μου τόσες σκέψεις
υπέρβαρο μυαλό μου, θέλεις δίαιτα
υπέρβαρο μυαλό μου, θέλεις δίαιτα
Μία γκριμάτσα η απάντηση στην φρίκη
σαν αυτή που κάνεις σαν το life style σε αγγίξει
σαν αυτή που κάνεις σαν το life style σε αγγίξει
Νιώθεις ότι χάνεις αυτά που κέρδισες σε μια ζωή,
τώρα χάνονται
πού καιρός για χαμόγελα
τώρα χάνονται
πού καιρός για χαμόγελα
Ένα νεύμα αφημένο στις γραμμές του τραίνου
δίπλα από ένα ποτήρι ρετσίνα πλαστικό
ένα νεύμα
δίπλα από ένα ποτήρι ρετσίνα πλαστικό
ένα νεύμα
Του Δημήτρη Ζήνα (Blog)
Κυριακή, Μαΐου 24, 2009
Η εκδίκηση του Ποσειδώνα

Κύματα, κόκκινα κύματα,
σ’ απόχρωση από κραγιόν.
Θάλασσες γιομάτες θύματα
και συντρίμματα των καραβιών.
Κόρη γοργόνα και μάγισσα,
λούζεται στο αίμα που ρέει.
Σάρκες ανθρώπων την τάγισα,
μα γι’ αγάπη, κουβέντα δε λέει.
Χείλη στυφά μου, βελούδινα,
χάνεται ποιος θα σας βρει.
Κρίμα τον πόθο μου που ’δινα,
για μια ξέρα σ’ ορίζοντα γκρι.
Έρωτας ήταν ή θάνατος,
τ’ όνομά σου αληθινά;
Σ’ έπνιξα κι έγινα αθάνατος,
σ’ απόχρωση από κραγιόν.
Θάλασσες γιομάτες θύματα
και συντρίμματα των καραβιών.
Κόρη γοργόνα και μάγισσα,
λούζεται στο αίμα που ρέει.
Σάρκες ανθρώπων την τάγισα,
μα γι’ αγάπη, κουβέντα δε λέει.
Χείλη στυφά μου, βελούδινα,
χάνεται ποιος θα σας βρει.
Κρίμα τον πόθο μου που ’δινα,
για μια ξέρα σ’ ορίζοντα γκρι.
Έρωτας ήταν ή θάνατος,
τ’ όνομά σου αληθινά;
Σ’ έπνιξα κι έγινα αθάνατος,
μα πληγή είσαι που αιώνια πονά.
Του Στίβεν Αντωνόπουλου
Το άρθρο της Κυριακής - Πειραιάς

Γράφει ο Χρήστος Χ. Θεοφιλάτος
Βαρύς κι αναχωρητικός ο εθνικός λιμένας με τις υπερμεγέθεις του Εταιρίες Ναυτιλίας. Ένας τόπος king size, για θωρηκτά μονάχα κατασκευασμένος. Ο μεσημεριανός ήλιος στις πλατφόρμες επιβίβασης δεν αφήνει τίποτα άκαυτο στο απόγειό του. Πιο κει, «κλειστόν» το κάποτε στις δόξες του Καφέ με τα παιγνίδια. Τα στέκια που ήξερες της άγριας εφηβείας παρατημένα τώρα, τα ’χουν για αποθήκες κι άγνωστα μείνανε τα ωραία χρονικά τους.
Στις αποβάθρες, τα πλοία που ’ρχονται με τους Μινωικούς τους ρόγχους, αδειάζουν απ’ το στόμα τους βαρέα οχήματα, επιβατικά και μηχανές. Ένας ολόκληρος στρατός που ξεμπουκάρει ενάντια στη σωτηρία σου. Καμιά μοναχική ψυχή δε θα ’πρεπε να στέκεται χωρίς κάποιον να την περιμένει σ’ αυτό το άκαρδο υποδοχείο. Ο λαϊκός χαρακτήρας της πειραϊκής πρόσοψης μπερδεύεται αξεδιάλυτα με τη θορυβώδικη κίνηση των εμπόρων. Μικρά Γραφεία Ταξιδίων πλάι σε σκιερούς καφενέδες της παλιάς Ελλάδος και Πρακτορεία Αθλητικών Αποτελεσμάτων, σου δείχνουν πως ο κόσμος είναι για όσους πήραν τη ρουτίνα τους στα σοβαρά.
Σειρά τα ψηλοτάβανα καταστήματα με τις σκονισμένες πολυεθνικές τους ονομασίες, επιβεβαιώνουν το πόσο έξω έμεινες απ’ όλα, τελικά. Ο θολωτός σταθμός του τρένου, με το ρολόι, στέκει σαν ο ναός μιας μεγάλης ταξιδιωτικής θεότητας: Της Αγίας Ναυτιλίας.
.
Στις αποβάθρες, τα πλοία που ’ρχονται με τους Μινωικούς τους ρόγχους, αδειάζουν απ’ το στόμα τους βαρέα οχήματα, επιβατικά και μηχανές. Ένας ολόκληρος στρατός που ξεμπουκάρει ενάντια στη σωτηρία σου. Καμιά μοναχική ψυχή δε θα ’πρεπε να στέκεται χωρίς κάποιον να την περιμένει σ’ αυτό το άκαρδο υποδοχείο. Ο λαϊκός χαρακτήρας της πειραϊκής πρόσοψης μπερδεύεται αξεδιάλυτα με τη θορυβώδικη κίνηση των εμπόρων. Μικρά Γραφεία Ταξιδίων πλάι σε σκιερούς καφενέδες της παλιάς Ελλάδος και Πρακτορεία Αθλητικών Αποτελεσμάτων, σου δείχνουν πως ο κόσμος είναι για όσους πήραν τη ρουτίνα τους στα σοβαρά.
Σειρά τα ψηλοτάβανα καταστήματα με τις σκονισμένες πολυεθνικές τους ονομασίες, επιβεβαιώνουν το πόσο έξω έμεινες απ’ όλα, τελικά. Ο θολωτός σταθμός του τρένου, με το ρολόι, στέκει σαν ο ναός μιας μεγάλης ταξιδιωτικής θεότητας: Της Αγίας Ναυτιλίας.
.
ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ. Θέα προορισμένη να την αφήνεις πίσω σου. Όσοι επιβιβάζονται στα πλοία της γραμμής, κοιτούν απ’ το κατάστρωμα να δουν αν ξεμάκρυναν αρκετά απ’ αυτή την ακτίνα της λύπης. Για μένα που δεν έφυγα και φέτος για κάποιο προορισμό, ο Πειραιάς βάζει μπροστά. Βογκάει βαρύτονος απ’ τα φουγάρα· κάνει μανούβρες για να ’βγει στ’ ανοιχτά. Ο ίδιος ο Πειραιάς, μετακινείται…
.
(Το άρθρο θα δημοσιευτεί και στο περιοδικό Move It). V.M.!
Κάλλας (Καλογεροπούλου) Μαρία

Γράφει ο Νίκος Μπατσικανής, ποιητής-συγγραφέας-μελετητής
Συμπληρώθηκαν εικοσιοκτώ χρόνια από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας. Όμως, εκείνη και ο θρύλος της παραμένουν ζωντανά. Η φήμη της συνεχίζεται, χάρη στο ηχογραφημένο υλικό, τους ανθρώπους που τη γνώρισαν από κοντά, ή μέσα από το έργο της, τα CLUBS των φίλων και συλλεκτών έργων-αντικειμένων της, ανά τον κόσμο, κι όσους έγραψαν και γράφουν για τη ζωή της. Επίσης, με παραστάσεις-αφιερώματα, όπως η σημερινή. *
Η Μ. Κάλλας παραμένει στην κορυφή του στερεώματος της Όπερας και σημείο αναφοράς και προτύπου για τις ερμηνείες της, ακόμα και από τους σημερινούς συναδέλφους της. Η άποψη ότι άλλαξε την Μουσική Ιστορία είναι θεμελιωμένη ακλόνητα. Η φωνητική κι ερμηνευτική ιδιοφυΐα της αναζωογόνησαν το διεθνές ρεπερτόριο της Τέχνης αυτής, σε τέτοιο βαθμό, και με τέτοιο τρόπο, που παραμένουν αξεπέραστα. Ενσάρκωσε τις ηρωίδες του «Belcanto», των Μπελίνι, Ντονιτσέτι και Ροσίνι, καθώς και των δραματικών έργων των Βέρντι και Πουτσίνι, με ταλέντο ανεπανάληπτο, που την καθιέρωσαν ως σύμβολο της Όπερας του 20ου αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση ότι δεν ερμήνευε εκείνη τους ρόλους, αλλά πως οι ηρωίδες βρήκαν ενσάρκωση στο πρόσωπό της. Ιέρεια, με θρησκευτική προσήλωση στην Τέχνη της, μα και «ιερό τέρας».
Η φωνή της είχε το χάρισμα να καλύπτει τις υψηλές νότες, με μεγάλη άνεση, αποτέλεσμα και της τεράστιας μουσικής της κατάρτισης, συνεχούς μελέτης και άσκησης. Μοναδική υπήρξε και η δυνατότητά της να εκφράζει τα αισθήματα των ηρωίδων πειστικά και καθόλου «στημένα», λόγω της προσωπικότητας και του Ελληνικού ταμπεραμέντου της.
Ειδικοί της Τέχνης αυτής, μεγάλοι συνθέτες, διευθυντές ορχήστρας και σκηνοθέτες (επιπέδου Σέραφιν, Κάραγιαν, Βισκόντι, Τζεφιρέλι) αναγνωρίζουν, μέχρι και σήμερα, το ταλέντο της, την τεράστια επαγγελματική της κατάρτιση, την άοκνη προετοιμασία, αλλά και το γεγονός πως ήταν έτοιμη να δεχτεί κάθε οδηγία, μα και να κάνει κάθε θυσία για την Τέχνη.
Η άνοδός της στο παγκόσμιο στερέωμα, η καθιέρωσή της από νεαρή ηλικία στις πιο σπουδαίες λυρικές σκηνές -όπως η σκάλα του Μιλάνου- και η μεταμόρφωσή της, από δύσκαμπτη «Βανγκερική» σοπράνο, σε υψίφωνο και γοητευτική ντίβα, ήταν φυσιολογική εξέλιξη για την Ελληνίδα, που γεννήθηκε στην Αμερική, όπου μετανάστευσαν οι γονείς της (Γεώργιος Καλογερόπουλος από το Μελιγαλά και Ευαγγελία Δημητριάδη από τη Στυλίδα), μα ξεκίνησε την καριέρα της από την Αθήνα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Η ιδιωτική ζωή, δίπλα στους Μενεγκίνι, Ντι Στέφανο και, φυσικά, στον Αριστοτέλη Ωνάση, ως πρωταγωνίστρια της «HIGH-LIFE», των «V.I.P.’S» και της «DOLCHE-VITA», αλλά και οι φραστικές αντιδικίες της με αντίζηλές της σοπράνο, συνέτειναν στη δημιουργία του «μύθου της». Η καριέρα και η ζωή της θυμίζουν παραμύθι, από τη μια, και τραγική όπερα, από την άλλη. Το εκρηκτικό αυτό «τουέντ» την οδήγησε στο μοναχικό θάνατό της, στο Παρίσι, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977. Για τους θαυμαστές της, όμως, παραμένει ζωντανή, γιατί οι θεές δεν πεθαίνουν, και η Κάλλας ήταν η τελευταία θεά, η τελευταία, αλλά και μεγαλύτερη ντίβα του 20ου αιώνα.
* Κείμενό μου, με το οποίο άνοιξα τις «Ημέρες Μνήμης», στο αφιέρωμα, των «International Clubs Maria Callas», για τη μεγάλη ντίβα, που έλαβε χώρα στην Ελλάδα, στις 27/9/2005. Ν. Μ.
Συμπληρώθηκαν εικοσιοκτώ χρόνια από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας. Όμως, εκείνη και ο θρύλος της παραμένουν ζωντανά. Η φήμη της συνεχίζεται, χάρη στο ηχογραφημένο υλικό, τους ανθρώπους που τη γνώρισαν από κοντά, ή μέσα από το έργο της, τα CLUBS των φίλων και συλλεκτών έργων-αντικειμένων της, ανά τον κόσμο, κι όσους έγραψαν και γράφουν για τη ζωή της. Επίσης, με παραστάσεις-αφιερώματα, όπως η σημερινή. *
Η Μ. Κάλλας παραμένει στην κορυφή του στερεώματος της Όπερας και σημείο αναφοράς και προτύπου για τις ερμηνείες της, ακόμα και από τους σημερινούς συναδέλφους της. Η άποψη ότι άλλαξε την Μουσική Ιστορία είναι θεμελιωμένη ακλόνητα. Η φωνητική κι ερμηνευτική ιδιοφυΐα της αναζωογόνησαν το διεθνές ρεπερτόριο της Τέχνης αυτής, σε τέτοιο βαθμό, και με τέτοιο τρόπο, που παραμένουν αξεπέραστα. Ενσάρκωσε τις ηρωίδες του «Belcanto», των Μπελίνι, Ντονιτσέτι και Ροσίνι, καθώς και των δραματικών έργων των Βέρντι και Πουτσίνι, με ταλέντο ανεπανάληπτο, που την καθιέρωσαν ως σύμβολο της Όπερας του 20ου αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση ότι δεν ερμήνευε εκείνη τους ρόλους, αλλά πως οι ηρωίδες βρήκαν ενσάρκωση στο πρόσωπό της. Ιέρεια, με θρησκευτική προσήλωση στην Τέχνη της, μα και «ιερό τέρας».
Η φωνή της είχε το χάρισμα να καλύπτει τις υψηλές νότες, με μεγάλη άνεση, αποτέλεσμα και της τεράστιας μουσικής της κατάρτισης, συνεχούς μελέτης και άσκησης. Μοναδική υπήρξε και η δυνατότητά της να εκφράζει τα αισθήματα των ηρωίδων πειστικά και καθόλου «στημένα», λόγω της προσωπικότητας και του Ελληνικού ταμπεραμέντου της.
Ειδικοί της Τέχνης αυτής, μεγάλοι συνθέτες, διευθυντές ορχήστρας και σκηνοθέτες (επιπέδου Σέραφιν, Κάραγιαν, Βισκόντι, Τζεφιρέλι) αναγνωρίζουν, μέχρι και σήμερα, το ταλέντο της, την τεράστια επαγγελματική της κατάρτιση, την άοκνη προετοιμασία, αλλά και το γεγονός πως ήταν έτοιμη να δεχτεί κάθε οδηγία, μα και να κάνει κάθε θυσία για την Τέχνη.
Η άνοδός της στο παγκόσμιο στερέωμα, η καθιέρωσή της από νεαρή ηλικία στις πιο σπουδαίες λυρικές σκηνές -όπως η σκάλα του Μιλάνου- και η μεταμόρφωσή της, από δύσκαμπτη «Βανγκερική» σοπράνο, σε υψίφωνο και γοητευτική ντίβα, ήταν φυσιολογική εξέλιξη για την Ελληνίδα, που γεννήθηκε στην Αμερική, όπου μετανάστευσαν οι γονείς της (Γεώργιος Καλογερόπουλος από το Μελιγαλά και Ευαγγελία Δημητριάδη από τη Στυλίδα), μα ξεκίνησε την καριέρα της από την Αθήνα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Η ιδιωτική ζωή, δίπλα στους Μενεγκίνι, Ντι Στέφανο και, φυσικά, στον Αριστοτέλη Ωνάση, ως πρωταγωνίστρια της «HIGH-LIFE», των «V.I.P.’S» και της «DOLCHE-VITA», αλλά και οι φραστικές αντιδικίες της με αντίζηλές της σοπράνο, συνέτειναν στη δημιουργία του «μύθου της». Η καριέρα και η ζωή της θυμίζουν παραμύθι, από τη μια, και τραγική όπερα, από την άλλη. Το εκρηκτικό αυτό «τουέντ» την οδήγησε στο μοναχικό θάνατό της, στο Παρίσι, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977. Για τους θαυμαστές της, όμως, παραμένει ζωντανή, γιατί οι θεές δεν πεθαίνουν, και η Κάλλας ήταν η τελευταία θεά, η τελευταία, αλλά και μεγαλύτερη ντίβα του 20ου αιώνα.
* Κείμενό μου, με το οποίο άνοιξα τις «Ημέρες Μνήμης», στο αφιέρωμα, των «International Clubs Maria Callas», για τη μεγάλη ντίβα, που έλαβε χώρα στην Ελλάδα, στις 27/9/2005. Ν. Μ.
Συγνώμη

Τα καταφέραμε, φώναξα δυνατά,
στην γειτονιά άρχισαν να ανάβουν φώτα στα μπαλκόνια.
Στην αρχή λίγα, ύστερα περισσότερα,
μα όμως τα πρόσωπα τους θλιμμένα είδα, μελαγχολικά.
Ανύπαρκτες ζητωκραυγές, ξυπόλυτη ελπίδα.
Ατάλαντε ζωγράφε, γκρίζες πινελιές στις φάτσες τους, έκανες.
Βλέπετε… η δουλειά το βράδυ, η δουλεία το πρωί…
…πού καιρός για επαναστάσεις!
Τα χέρια μου ψηλά, τα καταφέραμε φωνάζουν,
μα παγωμένα τα νιώθω, λυγίζουν…
τα φώτα ένα ένα σβήνουν
συγνώμη ζητάω δυνατά,
ΣΥΓΝΩΜΗ που ονειρεύτηκα!
Όνειρο ήταν (φώναξα).
(ή μήπως εφιάλτης σκέφτηκα!)
Καληνύχτα σύντροφοι, ύπνο καλό.
στην γειτονιά άρχισαν να ανάβουν φώτα στα μπαλκόνια.
Στην αρχή λίγα, ύστερα περισσότερα,
μα όμως τα πρόσωπα τους θλιμμένα είδα, μελαγχολικά.
Ανύπαρκτες ζητωκραυγές, ξυπόλυτη ελπίδα.
Ατάλαντε ζωγράφε, γκρίζες πινελιές στις φάτσες τους, έκανες.
Βλέπετε… η δουλειά το βράδυ, η δουλεία το πρωί…
…πού καιρός για επαναστάσεις!
Τα χέρια μου ψηλά, τα καταφέραμε φωνάζουν,
μα παγωμένα τα νιώθω, λυγίζουν…
τα φώτα ένα ένα σβήνουν
συγνώμη ζητάω δυνατά,
ΣΥΓΝΩΜΗ που ονειρεύτηκα!
Όνειρο ήταν (φώναξα).
(ή μήπως εφιάλτης σκέφτηκα!)
Καληνύχτα σύντροφοι, ύπνο καλό.
Του Δημήτρη Ζήνα (Blog)
Κρυμμένα στη σκιά

Μπορεί η βραδιά να ξέχασε πως ήμασταν κομμάτια
Μπορεί η αυγή να έστειλε για ύπνο τη νυχτιά
Τίποτα δεν σταμάτησε τα αχόρταγα μας μάτια
Που άψυχα δακρύζουνε κρυμμένα στην σκιά
Σε όνειρο που πέταγες μακριά από τις σκοτούρες
Όλη μέρα ταξίδευες με δανεικά φτερά
Μα λίγο πριν νυχτώσει μπερδευτήκαν οι φιγούρες
Όλα τώρα φαντάζουνε για πάντα παγερά
Ξεκίνησες με όραμα πνιγμένος στις ελπίδες
Για μια σφαγή αναίμακτη με στέμμα την χαρά
Μα ξαφνικά τρεκλίζοντας το βάραθρο δεν είδες
Όπως όλοι κοιτάζοντας λειψά και νοερά
Ίσως να μας θυμήθηκε η πιο μεγάλη πτώση
Που έψαχνε για εθελοντές να ρίξει σε σκυλιά
Όσων κατασπαράξανε τις σάρκες άλλοι τόσοι
Βουλιάζουνε χαϊδεύοντας μια φουσκωτή κοιλιά
Η έκσταση σαγήνεψε τη ραχοκοκαλιά μας
Χώθηκε μέσα στο μυαλό σαν μνήμη απ’ τα παλιά
Όταν ονειρευόσουνα τον ήσυχο καιρό μας
Σε έπιασε και σε τράβηξε μια νύχτα απ’ τα μαλλιά.
Του Νεκτάριου Μπέση
Σάββατο, Μαΐου 23, 2009
Danton

Ψηλό του πένθους σκέπαστρον, βαρύ της καρμανιόλας,
στο μέσον στέκονταν ορθή, την παλαιά πρωία.
Το άνθος το βασιλικόν πατιούνταν της γλαδιόλας,
απ’ της αμάξης τον τροχό, στην γλιστερήν πλατεία.
Το χέρι μ’ άπλωνε ο λαός γυμνό, του σκεβρωμένου,
σωτήρος μου ’χε υποδοχή, σκουφί του επαναστάτου,
μα ήταν το χνώτο νηστικό, το σώμα Εσταυρωμένου
και το παντζούρι σφαλιστό, του Ιούλιου πρωτεργάτου.
Χονδρός του λόγου ο δαμαστής, εχτύπαε τη γροθιά του,
στο έδρανο του ομιλητή, «σελίς των δικαιωμάτων»,
οι Αρχόντοι συσπειρώνουνταν σε τάξιν, αποκάτου
κι ο δήμιος κάθονταν στραβός, μ’ απλίκα Βοναπάρτου.
Δαυλί το φως στην Αγορά, την Νύχτα των Αθλίων,
που σωριαγμένοι καταγής, πυράν είχαν στα μάτια,
νεαροί πατριώτες μας φοράν στο κάρο των μετρίων
και οδηγούμαστε ευγενείς, στου χάρου τα φρεάτια.
Του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου
(Από το βιβλίο του, "Καφές με θέα στην Κόλαση"). V.M.!
στο μέσον στέκονταν ορθή, την παλαιά πρωία.
Το άνθος το βασιλικόν πατιούνταν της γλαδιόλας,
απ’ της αμάξης τον τροχό, στην γλιστερήν πλατεία.
Το χέρι μ’ άπλωνε ο λαός γυμνό, του σκεβρωμένου,
σωτήρος μου ’χε υποδοχή, σκουφί του επαναστάτου,
μα ήταν το χνώτο νηστικό, το σώμα Εσταυρωμένου
και το παντζούρι σφαλιστό, του Ιούλιου πρωτεργάτου.
Χονδρός του λόγου ο δαμαστής, εχτύπαε τη γροθιά του,
στο έδρανο του ομιλητή, «σελίς των δικαιωμάτων»,
οι Αρχόντοι συσπειρώνουνταν σε τάξιν, αποκάτου
κι ο δήμιος κάθονταν στραβός, μ’ απλίκα Βοναπάρτου.
Δαυλί το φως στην Αγορά, την Νύχτα των Αθλίων,
που σωριαγμένοι καταγής, πυράν είχαν στα μάτια,
νεαροί πατριώτες μας φοράν στο κάρο των μετρίων
και οδηγούμαστε ευγενείς, στου χάρου τα φρεάτια.
Του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου
(Από το βιβλίο του, "Καφές με θέα στην Κόλαση"). V.M.!
Σήμερα ο άνθρωπος

Τα μάτια κλείνω στο μέλλον
έχω καταλάβει την ιστορία, πολύ καλά,
το δικαίωμα στη ζωή χάθηκε.
Χορευτής σε θεατρικό διαγωνισμό,
η μάσκα του ηθοποιού, κρύβει πρόσωπο και ψυχή,
απομονώνει τους ανθρώπους,
δημιουργεί διαχωριστικές επιφάνειες.
έχω καταλάβει την ιστορία, πολύ καλά,
το δικαίωμα στη ζωή χάθηκε.
Χορευτής σε θεατρικό διαγωνισμό,
η μάσκα του ηθοποιού, κρύβει πρόσωπο και ψυχή,
απομονώνει τους ανθρώπους,
δημιουργεί διαχωριστικές επιφάνειες.
Είμαι σίγουρος ότι οι επόμενες γενιές θα θαυμάσουν,
πόση υποκρισία, τεχνολογικά φυγαδέψαμε.
Ζεϊμπέκικο που γυναίκα χόρεψε,
μεγαλείο δίχως ερωτισμό,
εικονικές επαφές, ανέραστοι πολίτες.
πόση υποκρισία, τεχνολογικά φυγαδέψαμε.
Ζεϊμπέκικο που γυναίκα χόρεψε,
μεγαλείο δίχως ερωτισμό,
εικονικές επαφές, ανέραστοι πολίτες.
Του Δημήτρη Ζήνα (Blog)
Γεύση πικρή

Πόσο πικρή είν' η γεύση μου απόψε!
Ένα παράπονο βογγάει στο στήθος μου
από ανερμάτιστα "γιατί"
κι έναν καημό στα τέλια του "ανέφικτου".
Έδυσε πια κάθε ελπίδα.
Κοίταξα μέσ' από την αθωότητά μου
κατάματα τον Έρωτα κι Εσένα.
Δε γύρεψα, παρά μόνο Αγάπη.
Τώρα
σε δείπνο σιωπηλό
βρεγμένο απ' των δακρύων την ασίγαστη ροή
μεταλαμβάνω ανεκπλήρωτα όνειρα
εξομολογούμαι αμαρτίες
μυστικά και παράπονα
ατ' ανοικτό παράθυρο του "άγνωστου".
Φεύγω...
Έχω ακούσει πως κάνει κρύο "εκεί",
και πώς να ντύσω τη "γύμνια μου";
Του Νίκου Μπατσικανή (Προφίλ)
(Από το βιβλίο του, "Στο Φως" - Εκδόσεις Χάρη Πάτση). V.M.!
Τα σχόλιά σας
Φίλες και Φίλοι,
Θυμίζουμε πως τρέχει ο διαγωνισμός του Verse Monkey! - ο δικός μας διαγωνισμός - για το ποίημα που θα συγκεντρώσει τα περισσότερα σχόλια μέσα στο μήνα Μάιο. Η επιβράβευση θα είναι συμβολική (50 ευρώ) και τα χρήματα κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό που θα μάς υποδειχθεί από τον νικητή-ποιητή. Συμμετέχουν μόνο τα ποιήματα που αναρτήθηκαν το μήνα Μάιο και η καταμέτρηση των σχολίων θα γίνει τα μεσάνυχτα της 31ης Μαΐου.
Μέχρι στιγμής, κανένα ποίημα δεν ξεπερνά τον αριθμό των τριών (3) σχολίων. Επίσης κανένα άρθρο δεν ξεπερνά τον ίδιο αριθμό. Το δίκαιο είναι να συμμετέχουν και τα άρθρα στο διαγωνισμό, αν και αρχικά σκοπός μας ήταν να βραβεύουμε μόνο ποιήματα. Συνεπώς, θα συμπεριλάβουμε στο διαγωνισμό και τα άρθρα, εκτός αν έχετε αντίρρηση και περιμένουμε τα ηλεκτρονικά σας μηνύματα ή σχόλια πάνω στο θέμα αυτό, τα οποία θα λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Μένουν ακόμα αρκετές ημέρες μέχρι να τελειώσει ο μήνας και είναι μια καλή ευκαιρία να σχολιάσετε όσο το δυνατόν περισσότερα ποιήματα. Μπορείτε να το κάνετε ανώνυμα, με ψευδώνυμο ή με τ' όνομά σας. Λογοκρισία στα σχόλια δεν επιβάλλουμε, αν και τυγχάνουν πλέον της έγκρισής μας πριν αναρτηθούν. Κι αυτό διότι έρχονται πολλά στα κινέζικα, και άλλα με υβριστικό περιεχόμενο. Δεν θα επιτρέψουμε κανένα υβριστικό σχόλιο και επίσης, καλό είναι να μη σχολιάζετε περί πολιτικής. Τα πολιτικά σχόλια τα επιτρέπουμε, αλλά δεν είναι καλοδεχούμενα.
Με την ευχή για ένα δημιουργικό Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους,
Verse Monkey!
Θυμίζουμε πως τρέχει ο διαγωνισμός του Verse Monkey! - ο δικός μας διαγωνισμός - για το ποίημα που θα συγκεντρώσει τα περισσότερα σχόλια μέσα στο μήνα Μάιο. Η επιβράβευση θα είναι συμβολική (50 ευρώ) και τα χρήματα κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό που θα μάς υποδειχθεί από τον νικητή-ποιητή. Συμμετέχουν μόνο τα ποιήματα που αναρτήθηκαν το μήνα Μάιο και η καταμέτρηση των σχολίων θα γίνει τα μεσάνυχτα της 31ης Μαΐου.
Μέχρι στιγμής, κανένα ποίημα δεν ξεπερνά τον αριθμό των τριών (3) σχολίων. Επίσης κανένα άρθρο δεν ξεπερνά τον ίδιο αριθμό. Το δίκαιο είναι να συμμετέχουν και τα άρθρα στο διαγωνισμό, αν και αρχικά σκοπός μας ήταν να βραβεύουμε μόνο ποιήματα. Συνεπώς, θα συμπεριλάβουμε στο διαγωνισμό και τα άρθρα, εκτός αν έχετε αντίρρηση και περιμένουμε τα ηλεκτρονικά σας μηνύματα ή σχόλια πάνω στο θέμα αυτό, τα οποία θα λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Μένουν ακόμα αρκετές ημέρες μέχρι να τελειώσει ο μήνας και είναι μια καλή ευκαιρία να σχολιάσετε όσο το δυνατόν περισσότερα ποιήματα. Μπορείτε να το κάνετε ανώνυμα, με ψευδώνυμο ή με τ' όνομά σας. Λογοκρισία στα σχόλια δεν επιβάλλουμε, αν και τυγχάνουν πλέον της έγκρισής μας πριν αναρτηθούν. Κι αυτό διότι έρχονται πολλά στα κινέζικα, και άλλα με υβριστικό περιεχόμενο. Δεν θα επιτρέψουμε κανένα υβριστικό σχόλιο και επίσης, καλό είναι να μη σχολιάζετε περί πολιτικής. Τα πολιτικά σχόλια τα επιτρέπουμε, αλλά δεν είναι καλοδεχούμενα.
Με την ευχή για ένα δημιουργικό Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους,
Verse Monkey!
Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009
Η "Κόκκινη"

Γράφει ο Μάρκος Κ. Κουλούρης
Έμπαινε ο τρίτος χρόνος της σκλαβιάς και η κατάσταση όλο και χειροτέρευε, το σκοτάδι της ανέχειας, όλο και πιο πυκνό γινόταν. Απελπισία βασίλευε παντού και ούτε ικμάδα φωτός υπήρχε στο τέλος του τούνελ. Ώρα την ώρα έμπαινε και η χειμωνιά, που μάζευε τα ζωντανά στη στάνη.
Η Κόκκινη, με τα τέσσερα παιδιά, ήταν σε άθλια κατάσταση. Κόκκινη τη λέγαμε τη μεσόκοπη εκείνη γυναίκα, επειδή τα μαλλιά της ήταν κόκκινα και είχε και κόκκινες φακίδες στη μούρη της. Είχε φύγει με τα παιδιά της από την αφιλόξενη πόλη και έμενε σε μια ξύλινη καλύβα, όχι και πολύ μακριά από μας. Με χίλιους-δυο τρόπους, σαν τη Μάνα μου κι αυτή, αγωνιζόταν να διατηρήσει στη ζωή τ’ ανήλικα παιδιά της. Εκτός από πράσινο χορτάρι που έτρωγαν τα ζώα και λόγγοι με πουρνάρια και βατουλιές, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Τα λιγοστά φρούτα του καλοκαιριού είχαν ξεβγεί και ο χειμώνας έρχονταν βαρύς και φορτωμένος με κρύα, χιόνια και πολλά νερά. Αγριολάχανα μάζευε η καημένη απ’ τα ακαλλιέργητα χωράφια και τάιζε τα ανήλικα αγγελούδια της.
Στο έμπα του Δεκέμβρη ο χειμώνας, βαρύς κι ασήκωτος, έπεσε σαν δήμιος, σαν σίφουνας πάνω στην πληγωμένη πλάση. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει κι από τις μπουκαπόρτες του θεού, κατρακυλούσαν μασούρια-μασούρια τα νερά, σαν τότε που ο Κύριος είχε αποφασίσει να πνίξει το κολασμένο ποίμνιό του. Έπεφταν χιόνια, τσιάφια και χαλάζι, που αποτελείωναν ό,τι είχαν αφήσει οι γερμανοί. Οι παραγείτονοι, που αργιά και που, έβλεπαν την κόκκινη εκείνη αναμαλλιασμένη μάνα στα χωράφια, να ψάχνει σαν πεινασμένη πέρδικα, να βρει τροφή για τ’ αμάλλιαγα ξεπεταρούδια της, είχαν παρατηρήσει κάτι το παράξενο να συμβαίνει πάνω της. Τα μούτρα της ήταν φουσκωμένα σαν μπαλόνι και τα γυμνά πόδια της ήταν χοντρά και πράσινα. Τον τελευταίο μήνα, δεν την είχε δει κανείς να περιφέρεται στα χωράφια της περιοχής. Μερικοί νόμισαν πως είχε πάρει των ομματιών της και είχε φύγει με τη φαμελιά της.
Μια μέρα που είχε κοπάσει ο καιρός και για λίγο είχε ξεμυτίσει ο ήλιος, κάποιοι αδέσποτοι γυρολόγοι, που έψαχναν για σαλιγκάρια, βρούβες και σπαράγγια, πέρασαν κοντά απ’ την παράγκα. Άκουσαν σαν κλαψουρίσματα, σαν φωνούλες αγγελικές που έσβηναν, όμοια με το ήσυχο νεράκι που καταχωνιάζεται αδιαμαρτύρητα στη διψασμένη γη. Αποτραβήχτηκαν φοβισμένοι και όταν είδαν τη δική μας χαμοκέλα, πλησίασαν και χτύπησαν την πόρτα μας. Η Μάνα μας, άνοιξε κι όταν τους είδε φοβήθηκε και προσπάθησε να ρίξει τη μουσκεμένη πόρτα στη μούρη τους. Τότε ο κοσμάκης ήταν πολύ σκιαγμένος και κλείνονταν στα σπίτια τους, σαν τις χελώνες στα καβούκια τους. «Ο σώζον εαυτόν σωθείτω», ήταν το σύνθημα. Πριν τους έρθει η πόρτα κατακούτελα, πρόλαβαν να πουν για τα κλάματα, δείχνοντας την ετοιμόρροπη παράγκα.
Η Μάνα μας με τον Πατέρα μας κι εγώ μαζί, ανάψαμε ένα λαδολύχναρο που είχαμε, γιατί είχε αρχίσει να σουρουπώνει, μαζί κι ο γέρο Κώστας με τη γριά του και τον άμοιρο Δημητράκη τους, και περνώντας μέσα από λασπόνερα, φτάσαμε στην τάβλινη παράγκα. Πράγματι, ακούσαμε μουρμούρα και κλάματα από μέσα. Σπρώξαμε την πόρτα που ξεκάρφωτη όπως ήταν, σωριάστηκε με πάταγο στο χώμα και απότομα βρεθήκαμε μπροστά σε ’να αποκαρδιωτικό θέαμα. Μου ’ρθε να βγάλω τ’ άντερά μου, γιατί τέτοιο θέαμα δεν είχα ματαϊδεί στη σύντομη ζωή μου. Μια μικρή φωτιά έκαιγε ανόρεξα στη γωνιά της παράγκας, που οι πολύγλωσσες φλογίτσες της μουτζουρωμένες στην κορφή χοροπηδούσαν στα λιγδωμένα προσωπάκια των παιδιών, έτρωγαν γύρω τους όσο πιο πολύ σκοτάδι μπορούσαν και γέμιζαν με καπνό, το άθλιο δωμάτιο. Τα παιδιά, για ν’ ανασάνουν, κόλλαγαν τις μουρίτσες τους στο βρεμένο χώμα μέχρι ν’ ανέβει πιο ψηλά ο καπνός. Τα δυο μεγάλα κοριτσάκια, 10 και 12 χρονών ετοιμάζονταν να πλακώσουν τη φωτιά με ’να τσουκάλι γεμάτο νερό, για να βράσουν λάχανα, που μοναχά τους είχαν μαζέψει.
Δίπλα, στην άλλη γωνιά, ήταν πάνω σε δυο τάβλες ξαπλωμένη η Μάνα τους η Κόκκινη. Με τα γυμνά στήθια της πάλευε το μικρό σερνικό μωρό, ίσαμε 2 χρονών πασκίζοντας προφανώς να βγάλει καμιά γουλιά γάλα. Η Κόκκινη ήταν ατάραχη με τα μάτια καθηλωμένα στο νταβάνι. Από τα πόδια της, που ήταν νταούλι γινωμένα από το πρήξιμο, έτρεχε ένα πράσινο, βρώμικο υγρό. Το ίδιο κι από τα μπράτσα της. Εγώ βούλωσα με το δεξί μου χέρι το στόμα και τη μύτη μου. Όλοι μας μείναμε άναυδοι και αμήχανοι. Η Μάνα μου, είπε να πάρουμε τα παιδιά και όλοι συμφώνησαν με τη ιδέα της. Τα τρία κοριτσάκια ακλούθησαν με νεύμα της Μάνας τους, μα το μικρό ήταν γαντζωμένο πάνω της και δεν ξεκόλλαγε. Τέλος, το τράβηξε απότομα η γριά Κώσταινα κι αυτό με τα νυχάκια του άφησε γρατζουνιές στο στήθος που βύζαινε.
Όλοι φύγαμε με τα παιδιά μαζί εκτός από το γέρο Κώστα. Πρωί-πρωί, ο πατέρας μου έφερε τη γιάτρισσα, που μόλις την είδε είπε: «Δυστυχώς δεν παίρνει γιατρειά η κατάσταση της, είναι πολύ προχωρημένη η σαπίλα μέσα της. Τα σκέτα λάχανα προκαλούν την υδρωπικία και τη σήψη και προπαντός όταν λείπει το λάδι».
Μετά από κάνα-δυο βδομάδες, κάποιοι ήρθαν, δεν θυμάμαι ποιοι, και πήραν τα παιδιά και την άρρωστη Μάνα. Από τότε, χάθηκαν τα ίχνη τους και δεν ξανάκουσα πια γι’ αυτήν την πυρόξανθη οικογένεια. Αν και πέρασαν πάνω από έξι δεκαετίες, μες στο μυαλό μου, σε κάποια άκρη, αθόρυβη και μουλωχτή, σαν σπίθα μες στην στάχτη, παρέμεινε η εικόνα της δύστυχης εκείνης οικογένειας, που ’χασε την μάνα της στη μαύρη κατοχή.
Όταν ξαναγύρισα στον τόπο μου, με λιγοστά πλέον άσπρα μαλλιά, και με σακουλιασμένα μάγουλα, κατά τύχη είδα έναν ηλικιωμένο κύριο, με πολλές φακίδες στο πρόσωπο και κόκκινα μαλλιά, που χωρίς να το καταλάβω, μου ξέχωσε τη σπίθα, που ήταν κρυμμένη στη στάχτη. Ρίγη συγκίνησαν το κορμί μου και μ’ έσπρωχναν να τον πλησιάσω, να του συστηθώ, να του παραστήσω το περιστατικό και να τον ρωτήσω… Κάτι μου ’λεγε μέσα μου να τολμήσω. «Μπα όχι, όχι, μην το κάνεις, μη χαλάς την εικόνα, μην ξύνεις επουλωμένες πληγές, ξανασκέπασε τη σπίθα κι άστη ζωντανή να σιγοκαίει».
Η Κόκκινη, με τα τέσσερα παιδιά, ήταν σε άθλια κατάσταση. Κόκκινη τη λέγαμε τη μεσόκοπη εκείνη γυναίκα, επειδή τα μαλλιά της ήταν κόκκινα και είχε και κόκκινες φακίδες στη μούρη της. Είχε φύγει με τα παιδιά της από την αφιλόξενη πόλη και έμενε σε μια ξύλινη καλύβα, όχι και πολύ μακριά από μας. Με χίλιους-δυο τρόπους, σαν τη Μάνα μου κι αυτή, αγωνιζόταν να διατηρήσει στη ζωή τ’ ανήλικα παιδιά της. Εκτός από πράσινο χορτάρι που έτρωγαν τα ζώα και λόγγοι με πουρνάρια και βατουλιές, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Τα λιγοστά φρούτα του καλοκαιριού είχαν ξεβγεί και ο χειμώνας έρχονταν βαρύς και φορτωμένος με κρύα, χιόνια και πολλά νερά. Αγριολάχανα μάζευε η καημένη απ’ τα ακαλλιέργητα χωράφια και τάιζε τα ανήλικα αγγελούδια της.
Στο έμπα του Δεκέμβρη ο χειμώνας, βαρύς κι ασήκωτος, έπεσε σαν δήμιος, σαν σίφουνας πάνω στην πληγωμένη πλάση. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει κι από τις μπουκαπόρτες του θεού, κατρακυλούσαν μασούρια-μασούρια τα νερά, σαν τότε που ο Κύριος είχε αποφασίσει να πνίξει το κολασμένο ποίμνιό του. Έπεφταν χιόνια, τσιάφια και χαλάζι, που αποτελείωναν ό,τι είχαν αφήσει οι γερμανοί. Οι παραγείτονοι, που αργιά και που, έβλεπαν την κόκκινη εκείνη αναμαλλιασμένη μάνα στα χωράφια, να ψάχνει σαν πεινασμένη πέρδικα, να βρει τροφή για τ’ αμάλλιαγα ξεπεταρούδια της, είχαν παρατηρήσει κάτι το παράξενο να συμβαίνει πάνω της. Τα μούτρα της ήταν φουσκωμένα σαν μπαλόνι και τα γυμνά πόδια της ήταν χοντρά και πράσινα. Τον τελευταίο μήνα, δεν την είχε δει κανείς να περιφέρεται στα χωράφια της περιοχής. Μερικοί νόμισαν πως είχε πάρει των ομματιών της και είχε φύγει με τη φαμελιά της.
Μια μέρα που είχε κοπάσει ο καιρός και για λίγο είχε ξεμυτίσει ο ήλιος, κάποιοι αδέσποτοι γυρολόγοι, που έψαχναν για σαλιγκάρια, βρούβες και σπαράγγια, πέρασαν κοντά απ’ την παράγκα. Άκουσαν σαν κλαψουρίσματα, σαν φωνούλες αγγελικές που έσβηναν, όμοια με το ήσυχο νεράκι που καταχωνιάζεται αδιαμαρτύρητα στη διψασμένη γη. Αποτραβήχτηκαν φοβισμένοι και όταν είδαν τη δική μας χαμοκέλα, πλησίασαν και χτύπησαν την πόρτα μας. Η Μάνα μας, άνοιξε κι όταν τους είδε φοβήθηκε και προσπάθησε να ρίξει τη μουσκεμένη πόρτα στη μούρη τους. Τότε ο κοσμάκης ήταν πολύ σκιαγμένος και κλείνονταν στα σπίτια τους, σαν τις χελώνες στα καβούκια τους. «Ο σώζον εαυτόν σωθείτω», ήταν το σύνθημα. Πριν τους έρθει η πόρτα κατακούτελα, πρόλαβαν να πουν για τα κλάματα, δείχνοντας την ετοιμόρροπη παράγκα.
Η Μάνα μας με τον Πατέρα μας κι εγώ μαζί, ανάψαμε ένα λαδολύχναρο που είχαμε, γιατί είχε αρχίσει να σουρουπώνει, μαζί κι ο γέρο Κώστας με τη γριά του και τον άμοιρο Δημητράκη τους, και περνώντας μέσα από λασπόνερα, φτάσαμε στην τάβλινη παράγκα. Πράγματι, ακούσαμε μουρμούρα και κλάματα από μέσα. Σπρώξαμε την πόρτα που ξεκάρφωτη όπως ήταν, σωριάστηκε με πάταγο στο χώμα και απότομα βρεθήκαμε μπροστά σε ’να αποκαρδιωτικό θέαμα. Μου ’ρθε να βγάλω τ’ άντερά μου, γιατί τέτοιο θέαμα δεν είχα ματαϊδεί στη σύντομη ζωή μου. Μια μικρή φωτιά έκαιγε ανόρεξα στη γωνιά της παράγκας, που οι πολύγλωσσες φλογίτσες της μουτζουρωμένες στην κορφή χοροπηδούσαν στα λιγδωμένα προσωπάκια των παιδιών, έτρωγαν γύρω τους όσο πιο πολύ σκοτάδι μπορούσαν και γέμιζαν με καπνό, το άθλιο δωμάτιο. Τα παιδιά, για ν’ ανασάνουν, κόλλαγαν τις μουρίτσες τους στο βρεμένο χώμα μέχρι ν’ ανέβει πιο ψηλά ο καπνός. Τα δυο μεγάλα κοριτσάκια, 10 και 12 χρονών ετοιμάζονταν να πλακώσουν τη φωτιά με ’να τσουκάλι γεμάτο νερό, για να βράσουν λάχανα, που μοναχά τους είχαν μαζέψει.
Δίπλα, στην άλλη γωνιά, ήταν πάνω σε δυο τάβλες ξαπλωμένη η Μάνα τους η Κόκκινη. Με τα γυμνά στήθια της πάλευε το μικρό σερνικό μωρό, ίσαμε 2 χρονών πασκίζοντας προφανώς να βγάλει καμιά γουλιά γάλα. Η Κόκκινη ήταν ατάραχη με τα μάτια καθηλωμένα στο νταβάνι. Από τα πόδια της, που ήταν νταούλι γινωμένα από το πρήξιμο, έτρεχε ένα πράσινο, βρώμικο υγρό. Το ίδιο κι από τα μπράτσα της. Εγώ βούλωσα με το δεξί μου χέρι το στόμα και τη μύτη μου. Όλοι μας μείναμε άναυδοι και αμήχανοι. Η Μάνα μου, είπε να πάρουμε τα παιδιά και όλοι συμφώνησαν με τη ιδέα της. Τα τρία κοριτσάκια ακλούθησαν με νεύμα της Μάνας τους, μα το μικρό ήταν γαντζωμένο πάνω της και δεν ξεκόλλαγε. Τέλος, το τράβηξε απότομα η γριά Κώσταινα κι αυτό με τα νυχάκια του άφησε γρατζουνιές στο στήθος που βύζαινε.
Όλοι φύγαμε με τα παιδιά μαζί εκτός από το γέρο Κώστα. Πρωί-πρωί, ο πατέρας μου έφερε τη γιάτρισσα, που μόλις την είδε είπε: «Δυστυχώς δεν παίρνει γιατρειά η κατάσταση της, είναι πολύ προχωρημένη η σαπίλα μέσα της. Τα σκέτα λάχανα προκαλούν την υδρωπικία και τη σήψη και προπαντός όταν λείπει το λάδι».
Μετά από κάνα-δυο βδομάδες, κάποιοι ήρθαν, δεν θυμάμαι ποιοι, και πήραν τα παιδιά και την άρρωστη Μάνα. Από τότε, χάθηκαν τα ίχνη τους και δεν ξανάκουσα πια γι’ αυτήν την πυρόξανθη οικογένεια. Αν και πέρασαν πάνω από έξι δεκαετίες, μες στο μυαλό μου, σε κάποια άκρη, αθόρυβη και μουλωχτή, σαν σπίθα μες στην στάχτη, παρέμεινε η εικόνα της δύστυχης εκείνης οικογένειας, που ’χασε την μάνα της στη μαύρη κατοχή.
Όταν ξαναγύρισα στον τόπο μου, με λιγοστά πλέον άσπρα μαλλιά, και με σακουλιασμένα μάγουλα, κατά τύχη είδα έναν ηλικιωμένο κύριο, με πολλές φακίδες στο πρόσωπο και κόκκινα μαλλιά, που χωρίς να το καταλάβω, μου ξέχωσε τη σπίθα, που ήταν κρυμμένη στη στάχτη. Ρίγη συγκίνησαν το κορμί μου και μ’ έσπρωχναν να τον πλησιάσω, να του συστηθώ, να του παραστήσω το περιστατικό και να τον ρωτήσω… Κάτι μου ’λεγε μέσα μου να τολμήσω. «Μπα όχι, όχι, μην το κάνεις, μη χαλάς την εικόνα, μην ξύνεις επουλωμένες πληγές, ξανασκέπασε τη σπίθα κι άστη ζωντανή να σιγοκαίει».
(Από το βιβλίο του, "Γυμνές Αλήθειες - Ελεύθερες Σκέψεις"). V.M.!
Οι καιροί, μελλοθάνατε

Οι καιροί, μελλοθάνατε,
ου μενετοί!
Της πυργωμένης πόλεως η πύλη,
ηνέωκται!
Του πολιτισμού το σαθρόν οικοδόμημα,
κατακρημνίζεται!
Εν τη μέση οδώ,
μητέρες οδοιπορούσαι,
του γυμνού εκχέουσιν στήθους των,
το πικρόν γάλα!
Ίππος πυρρός,
μεταλλικάς τανύων πτέρυγας,
την δευτέραν Σφραγίδα,
αποκαλύπτει!
Οράς τας ορδάς των φευγόντων;
Τα πνιγηρά καταφύγια;
Τους γέροντας και τα παιδία;
Η Ελευθερία, μελλοθάνατε,
ωραιοτάτη νεάνις,
εις χείρας ανδρών ασεβών,
ου μενετοί!
Της πυργωμένης πόλεως η πύλη,
ηνέωκται!
Του πολιτισμού το σαθρόν οικοδόμημα,
κατακρημνίζεται!
Εν τη μέση οδώ,
μητέρες οδοιπορούσαι,
του γυμνού εκχέουσιν στήθους των,
το πικρόν γάλα!
Ίππος πυρρός,
μεταλλικάς τανύων πτέρυγας,
την δευτέραν Σφραγίδα,
αποκαλύπτει!
Οράς τας ορδάς των φευγόντων;
Τα πνιγηρά καταφύγια;
Τους γέροντας και τα παιδία;
Η Ελευθερία, μελλοθάνατε,
ωραιοτάτη νεάνις,
εις χείρας ανδρών ασεβών,
διασύρεται!
Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση (Προφίλ)
Ποίηση

Μητέρα των τεχνών, καλημέρα
στην αγκαλιά σου δακρύζω, σαν μωρό.
Εκεί μένω για ώρες, κουλουριασμένος
σε εμβρυακή στάση, απομονωμένος.
στην αγκαλιά σου δακρύζω, σαν μωρό.
Εκεί μένω για ώρες, κουλουριασμένος
σε εμβρυακή στάση, απομονωμένος.
.
Περιγραμματικά ταιριάζουμε τέλεια,
αρμονικά, συμμετρικά ή όχι.
Μετασχηματίζεσαι σαν πλαστελίνη, αποτυπώνοντας
το αρνητικό καλούπι της ψυχής μου.
.
αρμονικά, συμμετρικά ή όχι.
Μετασχηματίζεσαι σαν πλαστελίνη, αποτυπώνοντας
το αρνητικό καλούπι της ψυχής μου.
.
Τεχνοκράτισσσα για λίγο μοιάζεις
μα από εκεί ψηλά, αφηρημένη, κοιτάς·
αιωρούμενη ομίχλη σε λίμνες·
αυτεπιστασία, ονείρων και συναισθημάτων.
μα από εκεί ψηλά, αφηρημένη, κοιτάς·
αιωρούμενη ομίχλη σε λίμνες·
αυτεπιστασία, ονείρων και συναισθημάτων.
Του Δημήτρη Ζήνα (Blog)














