Πέμπτη, Μαΐου 28, 2009

Τα "Ελληνικά Γράμματα" στηρίζουν το Verse Monkey!

Φίλες και Φίλοι,

Με χαρά σας πληροφορούμε ότι ο μεγάλος και πολύ σημαντικός Εκδοτικός Οίκος "Ελληνικά Γράμματα" στηρίζει το Verse Monkey! Θα συνεργαστούμε στενά, τους προσεχείς μήνες και τούτο θ' αποβεί σε όφελος όλων υμών που δημοσιεύετε τις δουλειές σας εδώ, στα δύο ποιητικά μας blog Verse Monkey! και Verse Monkey Wordpress.

Τι ζητούμε από εσάς:

Να εντείνετε τη συμμετοχή σας, όχι μόνο με τα ήδη δημοσιευμένα έργα σας, αλλά και με πολλά-πολλά αδημοσίευτα! Στείλτε τις καινούργιες δουλειές σας! Μέσα από αυτές θα γίνει η επιλογή για την πρώτη μας ανθολογία, η οποία - ευχόμαστε και λαχταρούμε - θα δει το φως της δημοσιότητας με τη σφραγίδα και εγγύηση ποιότητας των "Ελληνικών Γραμμάτων".

Αν όλα πάνε καλά, θα δρέψουμε τους πρώτους καρπούς περίπου κατά το φθινόπωρο του τρέχοντος έτους! Εμπρός όλοι μαζί με όλη μας τη δύναμη, να δώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε. Μαζί κι εγώ, ισότιμα με εσάς, θα δημοσιεύω χωρίς καμία "ευνοϊκή μεταχείριση" πλάι στις δικές σας δουλειές. Με τιμά να είστε πλάι μου. Και σημειώνω: Όλοι συμμετέχουμε στην ανθολογία. Όλοι!

Για το Verse Monkey!,

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Υ.Γ.: Σχολιάστε, πείτε ελεύθερα την άποψή σας. Συμφωνείτε; Θέλετε τα χρήματα, ή ένα μέρος αυτών, να δοθούν για φιλανθρωπικό σκοπό; Κάντε εδώ τα σχόλιά σας. Π.Θ.Τ.

Οι πυγολαμπίδες που γίνανε πυγολαμπτήρες (Συνέχεια 4η)


Το κεφάλαιο της γυμναστικής

ΠΥΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

«Ο δικός μου φακός είναι δυνατότερος»
λέγαν οι μισοί πυγολαμπτήρες όλο χαρά.
«Ο δικός μου φακός είναι δυνατότερος»
λέγανε οι άλλοι με τόση σιγουριά.

Αχ, καμιά τους πάλι δεν είχε το δικό της φως
ή κανείς, αφού ήτανε πυγολαμπτήρες.
Μα απ’ ό,τι ξέρω η Φωτεινή κι ο Φωτεινός
στενοχωριόνταν σα νά’ χαν στα μαλλιά τους ψείρες.

Υπήρχε, όμως, ένα προβληματάκι τόσο δα.
Οι φακοί ήταν για τους φίλους μας λίγο βαρείς
Μα δεν τόλμαγαν να τ’ ομολογήσουν φωναχτά.
Ε, μην τους πει αδύναμους κι άψυχους κανείς!

Ώσπου βρήκε το θάρρος κι είπε η Φωσφορίτσα,
«Πυγολαμπτήρες μου καλοί, δεν πετάμε πια καλά,
πετάμε λες και φάγαμε χαλασμένη πίτσα
ή σα να μας κάηκε η ασφάλεια στα φτερά.»

Τότε πρότεινε ο Φωσφορίζος σα νά ’τανε σοφός,
«Τι θα λέγατε παιδιά να γυμναστούμε,
γιατί μου φαίνεται βαρύς τούτος ο φακός,
να τον σηκώνουμε εύκολα κι ωραίοι να πετούμε;»

«Μπράβο,» είπ’ η Φωσφορίτσα, «τι καλή ιδέα
ν’ αρχίσουμε αμέσως τη γυμναστική!»
«Ναι, ναι,» πετάχτηκε ο Φωσφορίζος «πολύ ωραία.
Ώρα για τρέξιμο και βάρη να γίνουμε δυνατοί!»

Και γυμνάζονταν οι αφελείς πυγολαμπίδες,
ουχ, ωχ, συγγνώμη, οι πυγολαμπτήρες, φίλοι.
«Εγώ φοβάμαι πως κάνουμε σαν άμυαλες γαρίδες!»
είπ’ η Φωτεινή σα να την μπήκαν στ’ αυτιά της ψύλλοι.

Το κεφάλαιο που του τέλειωσαν οι μπαταρίες

ΠΥΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

(Ελέγξατε τις μπαταρίες σας;)

Μα μετά από δύο μέρες δεν ανάβαν οι φακοί
«Να καλέσουμε τον Ρούλη τον Ηλεκτρούλη,
εκείνος ξέρει, είναι έξυπνος πολύ,»
πρότεινε συλλογισμένος ο Φωτούλης.

«Α, φίλοι μου σας τέλειωσαν οι μπαταρίες,»
είπ’ ο Ρούλης σαν επιστήμονας σοφός.
«Θα σας δώσω εγώ μεγάλες, ωραίες κι αστείες
και θά’ χετε ακόμη δυνατότερο φως.»

«Α, τι ωραία,» φωνάξαν οι πυγολαμπτήρες
«και δώσ’ τους μας σε λογική τιμή
γιατί εμείς δεν έχουμε χρυσό, ευρώ ή λίρες»
είπε κι η Φωτούλα κι ήταν τόσο χαρωπή.

«Για σας, μόνο ένα δεντράκι, καλά μου ζώα
ένα δέντρο η κάθε μπαταρία απ’ τη δική σας γη!»
είπ’ ο Ρούλης και συνέχισε δήθεν αθώα
«βοηθήστε κι εμένα το φτωχό πουλί»

«Στο χώρο που μου δώσατε θα φτιάξω ιατρείο
και θα γιατρεύω τ’ άρρωστα ζωάκια δωρεάν,»
είπ’ ο Ρούλης σα γιατρός με καλοσύνη και πτυχίο
αυτός που λάτρευε τα ψέματα – ωχ, αμάν αμάν.

«Ζήτω ο Ρούλης,» φώναξε ο Φωτούλης με χαρά.
«Ζήτω ο Ρούλης» φώναξε μετά και η Φωτούλα.
«Ζήτω» όλοι οι Πυγολαμπτήρες χορωδιακά.
«Μήπως, όμως, είναι κάνας φαταούλας;»

αναρωτήθηκαν η Φωτεινή κι ο Φωτεινός
κι είπαν μεταξύ τους σα να τους χτύπησε ρεύμα.
«Ώρα να γυρίσουμε στο φως, το φυσικό μας φως!»
και πετάξαν τους φακούς τους και δεν είναι ψέμμα.

© Βασίλης Μ. Κομπορόζος

(Συνεχίζεται)

Όμηροι των καταστάσεων


Ποτέ σου να μη λησμονείς
πως δε σε σκέφθηκε κανείς.

Έρχεται δυστυχώς εκείνη η εποχή
Η στάσιμη, η άχρηστη, η σκοτεινή.
Φέρνει μαζί της μύριες δυσκολίες
πολύ σκληρές για όλους εμπειρίες.

Δεν υπάρχει χειρότερο για κείνους
που βλέπουν από πρώτα τους κινδύνους
μα δεν μπορούν να αντιδράσουν, να ελιχθούν,
να ξεφύγουν, να ξεγλυστρίσουν, να σωθούν.

Ενώ είναι όμηροι μέσ’ στην κακομοιριά,
δε βρίσκουν πουθενά τη σιγουριά.
Δεν είναι εύκολο να πάρουν θέσεις
χωρίς τη δύναμη. Χωρίς προϋποθέσεις.

Έρχονται τα κυνηγητά, οι διωγμοί,
από παντού ακούγονται τριγμοί.
Μία κατάσταση αρρωστημένη.
Ο κάθε άτυχος την υπομένει.

Τα όνειρά τους μένουνε στο ράφι.
Προσπάθειες που πηγαίνουνε στράφι.
Μένουνε πίσω αυτοί. Δεν προοδεύουν.
Ίσια προς την καταστροφή οδεύουν.

Kανείς δεν εξετάζει ποιοι δε φταίνε.
Αθώοι άνθρωποι χωρίς να φταίξουν κλαίνε.
Άδικα το πληρώνουνε το τίμημα.
Πολύ σκληρά το δέχονται το κτύπημα.

Η καλαμιά μέσ’ στον κάμπο λυγίζει,
ενώ ο αέρας γύρω της σφυρίζει.
Αν δεν λυγίσει θα τηνε τσακίσει.
Θε να χαθεί μέσα στην άγρια φύση.

Θάρθει στιγμή που θα περάσει η μπόρα.
Τίποτα δεν μπορούν να κάνουν τώρα.
Ό,τι κι αν πρόβλεψαν δεν έχει αξία.
Πώς θα αντέξουν έχει σημασία.

Του Γεωργίου Βελλιανίτη

Νάρκισσε...


Γλυκιά ανάμνηση,
ζεστού μήνα Αυγούστου.
Εσύ στεκόσουν εκεί,
ηλιοκαμένο κορμί
να φαντάζει,
να ξεχωρίζει απ' όλα.

Ανέβηκες στο βάθρο,
που εγώ σου 'φτιαξα,
μα γρήγορα γκρεμίστηκες.

Τόση έπαρση...
Τόσος ναρκισσισμός!

Τον είδατε;
Χάθηκε στην άμμο;
Τον παρέσυρε το κύμα;

Τι απόμεινε;

Ένα άψυχο κορμί
πάνω στα βράχια!

Που είσαι αγαπημένε μου έρωτα,
Νάρκισσε...

Της Ελένης Ν. Δάλλα

(Από το βιβλίο της, "Έναστρη σιωπή" - Εκδόσεις Πάραλος). V.M.!

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

Μαύρο ρούμι


Μαύρο ρούμι
σερβίρουν καιρό,
στο μπουντρούμι,
αντί για νερό.

Και στ’ αμπάρι,
που σ’ έκρυβα ογρή,
μα χαμπάρι
δεν έπαιρνες γρι.

Μ’ ένα σπάγκο,
σε σέρνω, κυρά
και στον πάγκο,
βογκώ από χαρά.

Μαύρο κι ήπια
και μέθυσα, βρε,
σε μια τρύπια
γαβάθα σαγρέ.

Τόσους που ’χεις,
ο κόσμος σε κρώζ’
κι ο Τσαρούχης,
θα σ’ έβαφε ροζ.

Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση (Προφίλ)

Τα συμπεράσματα δικά σας



Η κρίση και τα συμπεράσματα είναι δικά σας. Εμείς απλά παραθέτουμε ένα μικρό βίντεο από συνεδρίαση της Ελληνικής Βουλής το έτος 1977. Και το κάνουμε, επειδή επίκεινται εκλογές κι όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε προβληματιστεί ιδιαίτερα.

Verse Monkey!

Υπενθύμιση πρόσκλησης

Υπενθυμίζουμε την Πρόσκληση προς όλες και όλους εσάς, για το "Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θρησκευτικής Ποίησης και Θεολογικού Λόγου", το οποίο θα λάβει χώρα στον Ναό Αγίας Βαρβάρας Ιλίου, με διοργανωτές τον "Λογοτεχνικό Όμιλο Ζαλώνη - 'ξάστερον και τον Πολιτιστικό Οργανισμό "Καφενείο των Ιδεών".

Η μετάβαση στον Ναό της Αγίας Βαρβάρας του Ιλίου γίνεται εύκολα με τα λεωφορεία του Ο.Α.Σ.Α., μέσω των γραμμών Α11 και Β11, από την πλατεία «Βάθη» ή από τον Σταθμό Αττικής», του Η.Σ.Α.Π., στάση «Όαση». Εμείς θα απουσιάσουμε τελικά, λόγω διπλής ατυχούς συγκυρίας... (Ένα μικρό, παροδικό πρόβλημα υγείας κι ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο).

Ο σύνδεσμος για να δείτε τις ώρες και λοιπές λεπτομέρειες των διήμερων εκδηλώσεων (Σάββατο 30 και Κυριακή 31 Μαΐου), είναι: http://versemonkey.blogspot.com/2009/05/verse-monkey.html. Ελπίζουμε ότι όλες και όλοι οι Φίλες και οι Φίλοι μας θα βρίσκεστε εκεί, εκπροσωπώντας τη μεγάλη και ζεστή ποιητική μας οικογένεια.

Verse Monkey!

Λίγα λόγια για την Ποίηση και τα Ποιήματα

Τα ποιήματα είναι ένα νοερό ανθρώπινο τραγούδι, που βγαίνει απ' τα βάθη της ψυχής. Για να έχει αξία ένα ποίημα, πρέπει πάνω απ' όλα να είναι αληθινό. Όχι απαραίτητα να λέει αλήθεια - μπορεί να μιλά συμβολικά, αλληγορικά ή με χίλιους άλλους τρόπους - αλλά να περιέχει αληθινότητα.

Ένα δεύτερο στοιχείο που δίνει αξία στο ποίημα είναι η καλή του δούλεψη, η ωραία τεχνοτροπία καθώς και η σωστή επιλογή των λέξεων. Τούτο το τελευταίο είναι απόρροια της αληθινότητας και γίνεται και εντελώς ενστικτωδώς, όταν ο ποιητής ένθεος και δοσμένος στο γράψιμο δεν αφήνει αβασάνιστα τις λέξεις να βγουν στο χαρτί, αλλά πονά για την καθεμιά και την δίνει με δύναμη και βαθύ συναίσθημα.

Τρίτο στοιχείο που προσδίνει αξία στο ποίημα είναι η αύρα που αυτό αποπνέει στον αναγνώστη όταν έχει πλέον δημιουργηθεί. Σαν το καλό κρασί που έχει οσμή υπέροχη, γεύση ασυναγώνιστη και προκαλεί ευχαρίστηση και γλυκό απόηχο.

Τέταρτο στοιχείο αξίας ενός ποιήματος είναι η αναγκαιότητα αυτού καθαυτού του ποιήματος. Δηλαδή, πόσο αναγκαίο είναι αυτό το ποίημα στην κοινωνία μας ή και διαχρονικά. Πολύ δε περισσότερο διαχρονικά, διότι το ποίημα ως γνωστόν εκ του χρόνου δοκιμάζεται αλάθευτα. Να έχει μεγαλοσύνη (προσοχή όχι απαραίτητα μέγεθος), αυτοτέλεια και να μιλά για κάτι που όλοι αξίζει να κοινωνήσουμε.

Τότε μόνο, ένα ποίημα είναι μεγάλης αξίας και παντοτινό. Φανταστείτε τώρα, από τι άνθρωπο μπορεί ένα τέτοιο ποίημα να προέλθει. Και ας μη ζηλεύουμε όταν δεν γράφουμε τόσο μεγάλα ποιήματα. Εκτός κι αν επιζητούμε την δική μας κακουχία (σχήμα λιτότητας είναι η λέξη "κακουχία", και για να μην πω άλλες λέξεις). Μια κακουχία πάντως, που δεν πρέπει να βάζει τη στάμπα της ανεξίτηλα κι εντελώς φανερά πάνω στον ποιητή, διότι τότε τον "ρίχνει" απ' τον Όλυμπο και δεν ανοίγει τα φτερά του για το παραπέρα. Μένει απλά ένας καλός δουλευτής του στίχου και τίποτ' άλλο. Ο Ποιητής, πετά παραπέρα δίχως να νοιάζεται...

Verse Monkey!

Διακοπές θα κάνω φέτος


Διακοπές σε νησί θέλω να κάνω φέτος,
σε μικρή απόσταση απ’ την θάλασσα, ψηλά όμως·
στο χείλος απόκρημνου γκρεμού, μόνος.

Τα κιάλια θα μου αποκαλύπτουν τις ομορφιές του πελάγους
η ματιά μου θα χάνεται μακριά, χαζεύοντας τους γλάρους.

Στον μακρινό ορίζοντα της φαντασίας μου, εσύ θα είσαι
θα σου μιλώ κι ας μην ακούς
θα σε κοιτώ νοσταλγικά.
Το χέρι μου θα τεντώνω, τα μαλλιά σου ν’ αγγίξω.

Τα βράδια, άφθονο αλκοόλ θα καταναλώνω,
ζαλισμένος τα άστρα θα καμαρώνω.

Το διοπτρικό μου μεθυσμένο βλέμμα θα γυρνά
οι κύκλοι θα είναι ομόκεντροι, θα σε τυλίγουν μην κρυώσεις
κι εγώ στης σπείρας το μηδέν, γυμνός, μήπως με νιώσεις.

Διακοπές σε νησί θέλω να κάνω φέτος,
σε μικρή απόσταση απ’ την θάλασσα, ψηλά όμως·
στο χείλος απόκρημνου γκρεμού, μόνος.

Του Δημήτρη Ζήνα (Blog)

Γεια σου σ' αγαπώ


Δε σε ξεχνώ, δε σε ξεχνώ.
Για χάρη σου συχνά αγρυπνώ
σαν βρίσκομαι μακρυά ’πό σένα
εδώ στα ξένα, εδώ στα ξένα.

Μάη χαράματα θαρθώ
γλυκά να σε ξυπνήσω.
Ποτέ δε θα σ’ αφήσω.
Θα σού το ορκισθώ.

Μ’ ένα χελιδόνι
σου στέλνω φιλιά,
νάρθει στο μπαλκόνι
να χτίσει φωληά.

Μέχρι να γυρίσω
για να μην πονώ,
θα σε συντροφεύει
κάθε δειλινό.

Αχ δεν τον αντέχω
πια το χωρισμό.
Σε βλέπω μπροστά μου.
Γεια σου σ’ αγαπώ.

Του Γεωργίου Βελλιανίτη

Μουσική-λογοτεχνική βραδιά


Μια ωραία εκδήλωση έλαβε χώρα τη Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009, στις 9 το βράδυ, στο Θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», Δήμου Γλυφάδας. Μουσική παράσταση: Σωτήρη Δογάνη – Άννας Γρηγ. Μπιθικώτση, όπου παρουσιάστηκε η νέα τους δουλειά «Στη Μοναξιά του πλήθους», σε μουσική του συνθέτη Μιχάλη Τερζή.

Τιμητικά συμμετείχε ο συγγραφέας – ποιητής, Νίκος Μπατσικανής, που έκανε την αφήγηση των Λογοτεχνικών κειμένων, ανάμεσα στα τραγούδια, αλλά και κλήθηκε να συνοδεύσει τους εκλεκτούς ερμηνευτές στην απόδοση τραγουδιών.

Παραβρέθηκαν: ο Δήμαρχος, η υπεύθυνη Πολιτιστικών Δ. Γλυφάδας και αγαπημένη τραγουδίστρια Μπέσυ Αργυράκη, πλήθος κόσμου, καθώς και πολλοί, γνωστοί Καλλιτέχνες και Λογοτέχνες.

Αξίζει όλοι να γνωρίσουμε τη νέα, σπουδαία αυτή δισκογραφική δουλειά, βασισμένη σε παραδοσιακά ελληνικά όργανα, με σύγχρονη ενορχήστρωση, στην οποία συμμετέχει και ο ερμηνευτής Ριζίτικων Βασίλης Σκουλάς.

Verse Monkey!

Τρίτη, Μαΐου 26, 2009

Σε πλαζ γυμνιστών

Γράφει ο Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

(Πρόκειται για το εξ αναβολής ευθυμογράφημα της Δευτέρας, που τελικά αν συνεχιστούν οι αναβολές μερικές εβδομάδες ακόμα, θα το ονομάσουμε "ευθυμογράφημα της Τρίτης". Αλλά πάλι... Αν το ονομάσουμε "ευθυμογράφημα της Τρίτης" μήπως θα καθιερώσουμε να το αναρτούμε την Τετάρτη);

Διάλεξα την πιο λαμπερή μέρα, για το τολμηρό ρεπορτάζ που ακολουθεί! Και είναι αλήθεια πως τέτοια θέματα, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι τα αποφεύγουν. Λες και η περιγραφή κάποιου αισθητικού γυμνού, αποτελεί πορνογραφία! Μα εγώ πιστεύω ότι το ξεγύμνωμα της πένας τους φοβούνται μάλλον και το φανέρωμα της πνευματικής τους φτώχιας, που την εποχή τούτη δω χαρακτηρίζει.

Και δεν είχα δει το σύννεφο στον ουρανό... Το σύννεφο, που προμηνούσε την μπόρα, που θα ξέσπαγε στο Ραμνούντα. Καταμεσήμερο... Σε μια πλαζ γυμνιστών...

Ξεκίνησα το πρωί, στις δέκα, με τον εκδρομικό μου σάκο στον ώμο! Έφτασα στο τέλος του ασφάλτινου δρόμου, μετά μια ώρα περίπου και προετοιμάστηκα ψυχολογικά, για τη μακριά, στο χώμα, πεζοπορία... Κακοτράχαλος ο χωματόδρομος, δεν ήθελα να σπάσω το αυτοκίνητο. (Ήταν το Renault μου, βλέπετε κι’ όχι κανένα από τα pony του Verse Monkey!).

«Ξέρω ένα κορίτσι, μια οπτασία μαγεμένη,», τραγουδούσα περπατώντας,
«πούχει το χρώμα τ’ ουρανού στ’ αφίλητα χείλη
και που δε μένει στη γη, μα συχνά κατεβαίνει,
να γεμίσει το πανέρι της με λουλούδια του Απρίλη!»...

Και έδινα και ονόματα στα μέρη! «Κάτω ίσωμα», στη διαδρομή απ’ την άσφαλτο, ως τη «διασταύρωση του βαθύσκιου»! Βαθύσκιος, γιατί τα δυο γιγάντια πεύκα στις άκρες, του κάκου άφηναν τον ήλιο να περάσει... Στροφή δεξιά, νέα περιοχή. «Κολωνάκι», τη βάφτισα, απ’ το κολωνάκι του στρατού, παρακάτω. Γελάστηκα πως ήμουν στο άλλο Κολωνάκι, της Αθήνας! (Πριν λίγες εκατοντάδες χρόνια). Η «μικρή» και η «μεγάλη κλειδαρότρυπα», ξεκινώντας και καταλήγοντας στο ίδιο σημείο. Αλλά στον πάνω δρόμο! Αν το ήξερα, θα είχα κοντά δυο χιλιόμετρα παρακάμψει. Κατόπιν, «πάνω ίσωμα», «κατεβασιά», «γεφυράκι», «σαλιγκαρόδρομος»!

Voila, madame et monsieur, la plage de Saint Tropez!

Καταπληκτική παραλία! Στην αρχαιότητα, λέγεται, εδώ κολυμπούσε γυμνή η θεά Άρτεμις! Τα κύματα, γλυφά, γλείφανε απρόσεκτα τα παπούτσια μου και αναπήδησα συνειδητοποιώντας το, με κίνδυνο να παρεξηγηθώ από τον κύριο, που ερχόταν κουνάμενος και σεινάμενος προς το μέρος μου. Το μόνο που φορούσε ήταν το καπελάκι του! Τελικά, δεν έδωσε σημασία, προσποιήθηκα κ’ εγώ τον αδιάφορο. Πέρασε. Στο φόντο, γυναίκες και άντρες ξαπλωμένοι στην άμμο, παιδιά μικρά, οικογένειες! Ακούμπησα το σάκο μου στα ήσυχα βράχια, βγάζοντας πυρετωδώς ότι χρειαζόμουνα για το ρεπορτάζ.

Κι’ αγνοούσα το σύννεφο στον ουρανό... Που, βέβαια, ήταν εκεί, στερεό, αμετακίνητο. Ο βιολετής ήλιος, δειλά-δειλά, κρύφτηκε πίσω του κ’ οι πρώτες χοντρές ψιχάλες άρχισαν...

Με σπασμωδικές κινήσεις, σα φιλμ του Σαρλώ, βολόδερνα γύρω-τριγύρω, στο πουθενά! Αν βρεχόμουν, δε θα στέγνωνα ποτέ και παρά τον καλό καιρό, κινδύνευα να κρυολογήσω βαριά. Κανένα σημείο να καλυφτώ! Το μικρό δασάκι, (δέκα μέτρα επί τρία), απροστάτευτο και πού να βρεις στέγη στις αμμόλακες... Οι άλλοι, ατάραχοι... Πριν ανοίξουν οι βρύσες τ’ ουρανού, ένα μού έμενε να κάνω... (Ντροπή)!...

«Όταν βρίσκεσαι στη Ρώμη...», δικαιολογήθηκα στον εαυτό μου, τιγκάροντας τα ρούχα μου στον αδιάβροχο σάκο μου. Τσιτσίδι! Φοβόμουνα μήπως μπει ο διάβολος στο κορμί μου - κατά πως λέν’ οι παπάδες – αλλ’ αντίθετα, αγνή αίσθηση με πλημμύρισε. Κολύμπησα στη θάλασσα, τραγούδησα το «η ζωή είναι μια τρέλα» κ’ ηρέμησα...

Με τη μυρωδιά του όζοντος και γεύση αλμύρας, μας αποχαιρέτησε η βροχή... Στη μισή ώρα που κράτησε, ο ήλιος δεν είχε χαθεί εντελώς και τώρα πύρωνε πάλι. Το τελευταίο ουράνιο τόξο, τόχα δει με την Ελένη και κείνη μούχε πει πως δε θα δούμε άλλα. Τότε είχα νομίσει ότι, εξ αιτίας του φαινόμενου του θερμοκήπιου, δε θα βγουν άλλα ουράνια τόξα στη γη. Μα νάτο, μπροστά μου, να τη διαψεύδει. Κρίμα που δε βλεπόμαστε πια, να τής το πω...

Ξεφύλλισα το σημειωματάριό μου... Είχα πολλές ερωτήσεις να κάνω και γύρεψα να βρω το υποψήφιο θύμα! Μοναχικοί ήταν μόνο άντρες. Δυο κοπέλες, κάπου είδα, γυμνές και ξεκίνησα προς εκεί... Πλησιάζοντας, εστίασα την προσοχή μου στην ωραιότερη και ρύθμισα κατάλληλα την πορεία μου. Μάλιστα, αλειφόταν με αντηλιακό. Άπλωσα τη δημοσιογραφική μου ψάθα δίπλα της, την κοίταξα στα μάτια και είπα:

«Παρακαλώ, μήπως μπορείτε να με αλείψετε με αντηλιακό;»!...

Άκρα του τάφου, σιωπή... Για μερικά δευτερόλεπτα, ένιωσα αίσθημα φριχτό να πνίγει τις συνομιλήτριές μου. Θέλοντας, λοιπόν, να τις βγάλω από τη δύσκολη θέση, στην οποία είχαν περιέλθει, έγινα πιο σαφής:

«Θα ήθελα να σάς πάρω συνέντευξη για το ιστολόγιο εχμ Verse Monkey!, επειδή, όμως, ο ήλιος καίει, έλεγα, αν γίνεται, να μού βάζατε λίγο αντηλιακό, όση ώρα θα σάς παίρνω τη συνέντευξη!». (Ελπίζω, κατάλαβαν)...

«Αα!», ξεφύσηξαν και οι δυο. (Πράγματι, κατάλαβαν)...

«Πείτε μου, κατ’ αρχάς, τα ονόματά σας!». (Είχα ξαπλώσει, μπρούμυτα, στην ψάθα και σημείωνα).

«Εμένα, με λένε Κατίνα!»...

«Εμένα, Θέκλα!»... (Πλάκα κάνανε).

«Εγώ θα σας λέω Έλινορ και Στεφανί»... Έτσι, στη βελούδινη ακρογιαλιά, βάζοντάς μου λάδι δυο πριγκίπισσες, βρήκα τις απαντήσεις, που κανένας δεν ήθελε να παραδεχτεί, πλούτισα τις εμπειρίες μου, γεύτηκα την ελευθερία. Μέσα στον έντονο ερωτισμό - δικαίωμα αναφαίρετο των ανθρώπων - επαναστάτης της φύσης...

Ήταν περασμένες τρεις, όταν ντύθηκα, να φύγω... Με περίμενε, πάλι, ο σαλιγκαρόδρομος, (το τσιμεντένιο μονοπάτι που βγάζει στη θάλασσα), κ’ οι δύσκολες ανηφοριές της «κατεβασιάς», μετά το «γεφυράκι». Στο «πάνω ίσωμα», αναζητώντας τρόπο να παρακάμψω τις «κλειδαρότρυπες», θυμήθηκα, τέτοια εποχή, πέρσι... Κάποια χαμένη μαρμαρυγή... Με κάτι νότες παλιές, τ’ όνειρο μού ξανάφερε τα λόγια, τα μυστικά και γω ψιθύρισα, χαμογελώντας:

«Κάψε τον ήλιο,
μ’ έναν πυρσό,
κάνε τη στάχτη του κειμήλιο
χρυσό!
Ρίχτη στ’ αστέρια,
τα μακρινά,
να μην ερθούνε καλοκαίρια,
ξανά...».

Όπως κάναν οι σκληροί καμπόηδες του φαρ ουέστ, δε γύρισα να κοιτάξω πίσω μου...

Οι πυγολαμπίδες που γίνανε πυγολαμπτήρες (Συνέχεια 3η)


Το κεφάλαιο του δυνατότερου φωτός

ΠΥΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

(Φορέστε γυαλιά ηλίου για να μην
στραβωθείτε απ’ το φως)

«Το δικό μου φως είναι το δυνατότερο!»
είπε η Φωτούλα λάμποντας από χαρά.
«Το δικό μου φως είναι το δυνατότερο!
και βάζω γι’ αυτό το χέρι μου και στη φωτιά.»

«Το δικό μου φως είναι το δυνατότερο!»
απάντησε η Φωσφορίτσα με τόση σιγουριά.
«Το δικό μου φως είναι το δυνατότερο!
και βάζω γι’ αυτό το χέρι μου και στη φωτιά.»

Ω, τα ίδιαν είπαν κι η Πυρούλα κι η Πυρά,
α, μην το ξεχάσω ακόμη κι η Πυρωμένη.
Και το λέγαν όλες με κόρδωμα και σιγουριά
πού ’γινε η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.

«Μα, τι λέτε. Εμένα είναι το δυνατότερο»
είπαν ο Φωτούλης κι ο Φωσφορίζος κορδωτά.
«Το δικό μου φως είναι το δυνατότερο!
και βάζω γι’ αυτό το χέρι μου και στη φωτιά!.»

Α, τα ίδια κι ο Φλογούλης κι ο Φλογισμένος κι ο Φλογάτος
ώσπου πετάχτηκαν μαζί ο Φωτεινός κι η Φωτεινή.
«Αρκετά γιατί φαγώνεστε σα σκύλος με τη γάτα;
Το φως που έχουμε είναι δώρο θεϊκό.»

«Μην το σβήσουμε από έχθρες και ανοησίες.»
Και συμφώνησαν όλοι οι κύριοι και οι κυρίες.

«Μην το σβήσουμε από έχθρες και ανοησίες!»

Το κεφάλαιο του Ρούλη του Ηλεκτρούλη

ΠΥΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Και περνούσανε οι μέρες φως γεμάτες
και ιδίως οι νύχτες για να ακριβολογώ
ώσπου μια μέρα κει που τρώγαν ζουμερές ντομάτες
τους πλησίασε ο Ρούλης με το πονηρό μυαλό.

Τι, δεν ξέρετε, παιδιά, ποιος είν’ ο Ρούλης;
Α, ο Ρούλης, ένας κόρακας με μαύρα φτερά
που το πλήρες όνομά του είναι Ηλεκτρούλης
κι ήταν έμπορος πρώτος στου δάσους την αγορά.

«Εδώ οι φακοί οι καλοί οι φωτεινοί»
βροντοφώναξε κρατώντας παράξενο σακκούλι,
«φακοί φωτεινοί, της αγοράς οι πιο φτηνοί,
οι καλύτεροι φακοί, από τον Ηλεκτρούλη!»

Οι πυγολαμπίδες πήγαν μ’ έκπληξη και θαυμασμό
να δουν εκείνες τις παράξενες … φακές!
«Φακοί! Όχι φακές,» είπ’ ο Ρούλης σοβαρός,
«Κάνουν τη νύχτα μέρα κι είναι ωραίοι σαν κεφτές.»

«Βγάζουν φως δυνατότερο απ’ το δικό σας
και είναι και της μόδας τώρα τελευταία.
Σας τους πουλώ φτηνά εσάς για το καλό σας.»
είπ’ ο Ρούλης, ψεύτης μέγας με περικεφαλαία.

«Πόσο τους πουλάς τους φακούς καλέ μας Ρούλη;»
ρωτήσαν μ’ αγαλλίαση οι πυγολαμπίδες.
«Δωρεάν για σας!» είπε με βλέμμα πονηρούλη
κι εκείνες πέσαν να τους πάρουν σαν ακρίδες.

Και τους έδωσε φακούς με το τσουβάλι.
«Το μόνο που ζητώ είν’ ο χώρος τούτος δω»
είπ’ ο Ρούλης άπληστος σαν άγριο τσακάλι.
«Τα δέντρα και τους θάμνους, νά ’χω κάτι κι εγώ…»

«Και πια θα λέγεστε πυγοφακοί
ή μιας που οι φακοί έχουν μέσα λαμπτήρες»
συνέχισε ο πονηρός με ύφος νικητή,
«τ’ όνομά σας πια θα είναι πυγολαμπτήρες!»

«Ζήτω οι Πυγολαμπίδες που γίναν Πυγολαμπτήρες!»
φωνάξαν όλες σχεδόν οι πυγολαμπίδες μαζί
ουχ, ωχ, συγγνώμη, οι Πυγολαμπτήρες
εκτός από τον Φωτεινό και τη Φωτεινή.

Η Φωτεινή κι ο Φωτεινός ήτανε διστακτικοί,
ν’ αφήσουν το δικό τους φως δεν τους έκανε καρδιά,
να φορέσουν φακούς, τι τρέλα πάλι κι αυτή,
μα στο τέλος τους φορέσαν δοκιμαστικά.

Έλα, όμως που ξέχασα να πω, παιδιά, κι αυτό:
Ο Ρούλης τους έδειξε πως μπαίνουν οι μπαταρίες
αλλά, ουχ ωχ, πρέπει να διακόψω εδώ
γιατί κάναν τόση φασαρία και φασαρίες!

© Βασίλης Μ. Κομπορόζος

(Συνεχίζεται)

Τετράγωνα

Του Παναγιώτη Θ. Τουμάση (Προφίλ)
.
(Δείτε το ποίημα σε έντυπη μορφή στο Verse Monkey! Wordpress: http://versemonkey.wordpress.com/2009/05/26/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%ac%ce%b3%cf%89%ce%bd%ce%b1/). V.M.!

Ταξίδι


Αλλιώς το φανταζόμουν το ταξίδι αυτό
αλλιώς·
γιορτή και πανηγύρι
χορό με ντέφια και βιολιά.

Πετάγματα στον άνεμο
με τα φτερά απλωμένα.
Ένα ταξίδι μ' ανοιχτά πανιά
και πλώρη την ελπίδα.

Να σημαίνουν οι καμπάνες στον ουράνιο θόλο
και φόρμιγγες αγγέλων να ψάλλουν "Ωσαννά".

Ναι
ήξερα πως θάχει φουρτούνες
μα έμεινα εκεί·
για το ταξίδι, τ' όνειρο, την προσπάθεια.

Εσύ; Απροσπέλαστη οδός, ναυάγιο στα ρηχά·
πτήση χωρίς πλάνο και με κενά αέρος.

Του Νίκου Μπατσικανή (Προφίλ)

(Από το βιβλίο του, "Στο Φως" - Εκδόσεις Χάρη Πάτση). V.M.!