Παρασκευή, Απριλίου 30, 2010

Το καλύτερο ποίημα του 2008


Το παρακάτω ποίημα ψηφίστηκε από τα Ενωμένα Έθνη ως το καλύτερο ποίημα για το έτος 2008. Δημιουργήθηκε από ένα παιδί στην Αφρική, το οποίο δεν είναι πάνω από 12-13 χρόνων και ζει στην Γκάνα. Απολαύστε τι έγραψε:

Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος
Όταν μεγαλώνω, είμαι μαύρος
Όταν κάθομαι στον Ήλιο, είμαι μαύρος
Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος
Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος
Κι όταν πεθαίνω, πάλι είμαι μαύρος.

Και συ λευκέ φίλε μου
Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ
Όταν μεγαλώνεις, είσαι λευκός
Όταν κάθεσαι στον Ήλιο, είσαι κόκκινος
Όταν κρυώνεις, είσαι μπλε
Όταν φοβάσαι, είσαι κίτρινος
Όταν αρρωσταίνεις, είσαι πράσινος
Κι όταν πεθαίνεις, είσαι γκρι.

Κι ύστερα λες εμένα έγχρωμο;

Το πρωτότυπο ποίημα είναι γραμμένο σε τοπική διάλεκτο αλλά το γύρο του κόσμου κάνει η αγγλική του μετάφραση:

When I born, I black
When I grow up, I black
When I go in Sun, I black
When I scared, I black
When I sick, I black
And when I die, I still black.

And you white fellow
When you born, you pink
When you grow up, you white
When you go in sun, you red
When you cold, you blue
When you scared, you yellow
When you sick, you green
And when you die, you gray.

And you calling me colored?

Verse Monkey!

Fior - Kitaro (Never let you go)

Η τελευταία Παράσταση


Σε μι' άδεια νύχτα
δίχως βροχή
που αν είχε άρχοντα δεν θα 'χε αίμα
κόβεις τα δάκρυα στην χαραυγή
στάζουν σενάριο στ' άγριο στρέμμα.

Μα εσύ με βλέπεις δεν είμ' εγώ
κι ούτ' είσαι θάλασσα μα βύθισες τ' άστρα
στάζει το χέρι μου αίμα νερό
στάλαξες έρωτα μέσα στα κάστρα.

Μα η νύχτα χάνεται, πέφτ' η σκηνή
οι θύρες έκλεισαν πριν δω την μέρα
και μ' αφυδάτωσες κάθε στιγμή
γέλα απ' τα χάλια μου μπρος την αυλαία.

Παίζω στο ψέμα σου πριν να φανείς
μάσκες και ποιήματα όμως φοράει
ντύνω μια άλληνα μπας και με δεις
να,
χειροκρότα την πώς ξεψυχάει

Κρύψου στο θέατρο κι ας Σ' αγαπώ
ρόδα 'πο κύματα πνίχτα μες τ' άστρα
ήρθα μα μ' έδιωξες μ' ένα φτερό
φεύγω μα πέθανα
μπρος σου
στην μάσκα.

Δαναΐδα

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2010

Άνασσα Πόλη


Ο χρόνος τρέχει, κυλά σαν το νερό, φίλες και φίλοι, κι ο διαγωνισμός που προβάλλουμε τόσον καιρό τώρα εδώ παραπάνω, κι αυτός εκπνέει. Άραγε, δηλώσατε συμμετοχή; Γράψατε ένα ποίημα με τίτλο "Άνασσα Πόλη" ή μήπως ο τίτλος δεν σας ενέπνευσε καθόλου, στις δύσκολες κοινωνικές συνθήκες που βρεθήκαμε - κυριολεκτικά απ' τη μια στιγμή στην άλλη - να ζούμε;

Αύριο θα αφαιρέσουμε από το ιστολόγιό μας την σχετική ανακοίνωση, γι' αυτό όσοι επιθυμείτε έστω και την τελευταία στιγμή να συμμετέχετε, κάντε το τώρα! Είναι για καλό σκοπό. Είναι για να δώσουμε ζωή και νέα αύρα στο σύγχρονο λογοτεχνικό ρεύμα του τόπου μας. Και διαθέτουμε αξιολογότατους νέους δημιουργούς - ειδικά μάλιστα όταν τέτοιες "θεομηνίες" έξω, γεννούν αριστουργήματα.

Η δική μας συμμετοχή είναι εκτός συναγωνισμού, όχι επειδή σνομπάρουμε - κάθε άλλο! - αλλά επειδή η γραφή μας γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμη, με κάτι λέξεις κλισέ που βάζουμε και σε άλλα ποιήματά μας, π.χ. "τ' άργανα", που σημαίνει "τα όργανα". Και δεν θέλουμε να φέρουμε σε δυσκολία την κριτική επιτροπή, που απαρτίζεται από καλούς φίλους... Ιδού παρακάτω, το εκτός συναγωνισμού ποίημά μας:

**********

Το διάδημα φορώντας της πόλης-κόρης τους,
τους βασιλείς σου, Αθήνα, σύρουν εξόριστους.

Ω, τι πομπή πελώρια, γυμνή, ανυπόδετη,
στην ξένη γη τους πάνε, κι όλοι αλυσόδετοι.

Στους τόπους των βαρβάρων, να τους αφήσουνε,
πόλεμο, αισχύνη, οδύνη, για να γνωρίσουνε.

Άκου τον σπαραγμό τους, παιδιού στα σπάργανα
κι αχούνε τα ταμπούρλα, παίζουνε τ’ άργανα.

Κέκροπας, Αμφικτύων, Πανδίων, Κραναός,
Αιγέας, Μενεσθέας, Οξύντης, Μέλανθος.

Ήρθα κι εγώ μαζί τους, ’δώ στο λιμάνι σας,
τα «πρέπει» σας να μάθω, μα και τα «κάνει» σας.

Κι αν βασιλεύς δεν ήμουν μιας πόλης άνασσας,
θρηνώ σε κάθε δρόμο, σε κάθε αλάνα σας.

**********

Μην αργείτε λοιπόν, βλέπετε δεν χρειάζεται και πολλή φιλοσοφία. Διασκεδάστε το. Φτιάξτε μια δική σας συμμετοχή - έστω στο παρά πέντε - και στείλτε τη. Προλαβαίνετε να ζήσετε μαζί μας, να ζήσουμε όλοι μαζί αυτή τη χαρά.

Για λεπτομέρειες σχετικά με τους όρους, κ.λπ., μπορείτε επίσης να κάνετε κλικ στο http://versemonkey.blogspot.com/2010/01/blog-post_28.html και να ρολάρετε λίγο παρακάτω, για να δείτε την σταθερή ανάρτηση.

Verse Monkey!

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

Ρεμπέτικο


Ποιος θα φυτέψει εδώ χασίσι,
ο μπαγλαμάς να κελαηδήσει
και ποιος το φούμο θα μεριάσει,
μάγκα μου, να καλοκαιριάσει;

Απ’ το Παγκράτι ως του Παπάγου,
πιάσαν οι δρόμοι γλίτσα πάγου,
όποιος κυκλοφοράει πέφτει
κι εγώ πώς να ’ρθω σαν τον κλέφτη;

Μού ’χει παλιώσει το σακάκι
κι όποτε βγαίνω στο σοκάκι,
«κοίταξε», λένε, «τον τεμπέλη,
θα πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι».

Θανάσης Μαλεζάς

Ο Πρόεδρος


Πρόεδρος δω, Πρόεδρος κει,
Πρόεδρος παραπέρα,
τινάξανε οι Πρόεδροι
τα πάντα στον αέρα.

Μεγάλη γκρίνια ακούγεται.
Φαγώματα, βαβούρα,
μαλλιά κουβάρια γίνονται
και φαίνετ' η σαβούρα.

Πολλοί κοκόροι διαλαλούν
ότι θα ξημερώσει.
Όταν δούμε πως μας πουλούν
μας έχει πια σηκώσει.

Όσοι παίρνουνε μιά θέση
μας τρελλαίνουνε στο φέσι.
Όταν κάποτε τους ψάλλεις
διαμαρτύρονται πως σφάλλεις.

Πολλοί λένε πές τα, πές τα!
κι άλλοι σου ζητούν τα ρέστα.
Πού υπάρχει σοβαρότης,
να σωθεί η ανθρωπότης;

Θα μας σώσει ο Δεσπότης!...

Γεώργιος Βελλιανίτης

Κυριακή, Απριλίου 25, 2010

Συγνώμη


Χθες το βράδυ
που ζούσες
σε θεό σου γραπτό
μια ψυχή
σου ζητούσε
λίγο άρτο.
αυτό.

Κι αν και είχες
δεν είδες
και την βρήκες εδώ
να ’χει φύγει πια
μόνη
για έναν άδειο ουρανό.

Ας «τα θεία»
σε θρησκεία.
Είσαι ’σύ.
Είμαι ’γώ.

Δεν θ’ ακούσει
να λέμε
ότι φταίμε γι’ αυτό.

Χθες το βράδυ
απ’ την πείνα
στο σκαλί το φτωχό
ένα σώμα
ΚΟΙΤΑΤΕ
σαν σκουπίδι κι αυτό.

Μα γιατί να σε νοιάζει;
και γιατί να στο πω;
και ποιο κλάμα
ποιο δάκρυ
θα σε κάψει γι’ αυτό;

Τί κι αν τρώει σκουπίδια;
Τί κι αν ζει στο στενό;
Εσύ πάντα
ΚΟΙΜΑΣΑΙ
σε θεού σπιτικό.

Γι’ αυτό φύγε
τί στέκεις;
τί κοιτάζεις εδώ;
Την ματιά της παγώσαν
και το δάκρυ
καυτό
που κραυγάζει
φωνάζει
και ας στέκει νεκρό
στα σκαλιά σου
που ήταν
μόλις λίγο χρονώ.

Δαναΐδα

Σάββατο, Απριλίου 24, 2010

Το πτώμα


Δε γράφω ό,τι περίμενες εσύ·
καθόλου ό,τι ποθείς, εγώ δε γράφω.
Οι στίχοι μου ένα πένθιμο νησί,
καθένα διάστημα κι από ’ναν τάφο.

Μετράω σταυρούς, τους βάζω στη σειρά,
ψελλίζω: «Φτιάχνω ομοιοκαταληξία».
Τα μάτια σου, κοιτάζουν λαμπερά,
με μιας νεκρής θαρρείς, αταραξία.

Δεν πέθανες. Το φέρετρο αυτό εδώ,
δεν κλείνει μέσα το δικό σου σώμα.
Απλώς έχω καιρό για να σε δω
κι αγάπη μου, κουράστηκα· είμαι πτώμα.

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

Φθινόπωρο - Μάνος Ξυδούς


Τι κι αν ήθρε ο Απρίλης, ο γελαστής και γελαστός μήνας; Φθινόπωρο είναι! Γκρίζο κι άραχλο... Για την Ελλάδα μας, και για μερικούς από μας... "Φθινόπωρο" τραγουδάει κι ο τόσο πρόωρα χαμένος Μάνος Ξυδούς. Η ζωή τελικά είναι γεμάτη αποχωρισμούς. Μέχρι να...

Verse Monkey!

Τρίτη, Απριλίου 20, 2010

Το δόντι


*** Αφιερώνεται στη Δαναΐδα ***

Με τροχό και με τανάλια
κι άλλα τέτοια σύνεργα,
ένα δόντι που ’χα χάλια,
το ’βγαλα, πριν είν’ αργά.

Εσυνήθαε να δαγκάνει,
ό,τι μπρος βρισκότανε,
μα ένα «κρακ» μια μέρα κάνει
κι έκτοτε, κουνιότανε.

Δάγκανε το δάχτυλό μου,
μόλις με ταπείνωναν
και τα νεύρα στο μυαλό μου
μέσα, κατασκήνωναν.

Θύμωσε και με μια μάνα,
που από ανάγκη πιάστηκε
και τη φώναξε «πουτάνα»
και την καταράστηκε.

Τώρα πια, μια μαύρη τρύπα
χάσκει και δε βλέπομαι,
μα για τούτο που σάς είπα,
πιότερο σας ντρέπομαι.

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης

Το φεγγάρι


Λάμπει, λάμπει το Φεγγάρι,
κύλησε στον ουρανό,
στάλα που το φως σταλάζει
…βρέχουν τ' άστρα τον βυθό.

Πλέει, πλέει το Φεγγάρι,
κύμα ονείρου στα νερά,
μα το κρύο πάγος μοιάζει
που δεν λιώνει στα βαθειά.

Φέγγει, φέγγει το Φεγγάρι
κι ανασαίνει το βουνό
μα τα φύλλα από τον Άδη
τ' αγνοφαίνουνε θολό.

Κοίτα, κοίτα το Φεγγάρι
τί σου γνέφει από ψηλά.
Μα η νύχτα είν' σκοτάδι
κι η ομίχλη ξαγρυπνά.

Δαναΐδα

Η Ρολογιά


Τι με κοιτάς θλιμμένη «Ρολογιά»
κι αρνείσαι επίμονα ν’ ανθήσεις;
Εγώ δεν διάλεξα τούτη τη σκλαβιά
κι εσένα αποζητώ τα μάγια να μου λύσεις.

Κι αν η ζωή, μου φέρθηκε σκληρά
και μ’ αποκλήρωσε μια μέρα η τύχη,
φούντωσε τα κλαδιά σου τ’ ανθηρά
να ζωντανέψουν πάλι γύρω οι τοίχοι.

Μη με κοιτάζεις μελαγχολική,
το μαύρο παρελθόν μη σε πικραίνει.
Η ελπίδα μας παραμονεύει πάντα εκεί
όπου κανείς μας δεν την περιμένει.

Κι αν τη χαρά μου τη μοιράσαν σε δελτίο
κι η παιδική φωνή μου έχει σιγήσει.
Πες μου πως είν’ κακόγουστο αστείο
και η νεράιδα η καλή μας δεν θ’ αργήσει.

Άρης Νόμπελης

Από το τριμηνιαίο περιοδικό για τον Λόγο την Τέχνη και τον Πολιτισμό, "Κελαινώ" (τεύχος 32ο - Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 2009), που εκδίδει η φίλη μας συγγραφέας-ποιήτρια κα. Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη.

Αοίδιμη φλόγα


Επίφθονα χρόνια χαϊδεύεις, στην ξάστερη… άσπρη σου αγκάλη.
Με αφιόνι τους θύτες σου τρέπεις… μα αυτοί σε κουρσεύουνε πάλι.
Τα μάτια γλαρά και μεγάλα… ερώτων βιράρουν τα νέφη!
Της δόξας σου το άγουρο γάλα, βαθιά το μεδούλι μου τρέφει.

Απίκραντη όχι! δεν είσαι! μα γέλια διαμάντια χαράζεις.
Το αύριο του κόσμου μιμείσαι… κι ας μέσα από θλίψη σπαράζεις.
Στις διάφανες πέτρες σου μύρο! στα επίζηλα βράχια… βοτάνια.
Ξεπλένουν… στιλβώνουν… διαλύουν… του Άδη τα μαύρα ντουμάνια!

Τα φώτα σου… άσβηστα! ολόρθα! μια δάδα της σύμπαντης πλάσης!
Σαν αύριο… σαν τότε… σαν τώρα… το πείσμα μια άτρωτης κράσης.
Πιστεύω… προσεύχομαι… κλαίω… αοίδιμη φλόγα πυρώνει.
Αυτό που με κάνει να λέω… αυτό που τις ρίμες σκαρώνει.

Συ ξόδεψες δάκρυ και σπέρμα… συ δάμασες λύκους κοπάδια!
Με ασίκικο ατσάλινο βλέμμα… ξανάστησες σπίτια ρημάδια!
Με πόδι κουτσό… με πενία… απόστρατα ρούφαγες πόνο.
Στου ψεύτη καιρού τη λαγνεία… ζητιάνευες όραμα μόνο.

Και να! πώς λαμπραίνει το δείλι! και να! πώς γλυκαίνει ο χειμώνας.
Η κόρη εσύ του Απρίλη! χρυσή σου φωλιά… Παρθενώνας!
Περήφανο σάλτο του κόσμου… η στάμπα σου… οξύγευστο μέλι.
Ψυχή… γοργοπόδαρο ότι… μορφή… φαγωμένο κουρέλι.

Ελπίδες, οράματα εγείρω… βραγιές να σου σπείρω με κρίνα!
Πληγή μου… φωτιά μου… μητέρα! κυρά μου… θεά μου… Αθήνα!
Βερέμισσα πια μη χωλαίνεις! μη στάξει το δάκρυ βαρύ.
Υπόσχεση κράτα και όρκο… ματιά και γροθιά σου σπαθί!

Σήκω και φύγαμε! πάμε! ατάσθαλο σύρε το βήμα.
Φονιάδες… προδότες πληρώνουν… πεθαίνουν… τους παίρνει το κύμα.
Χαρά της βραδύκαυστης λήθης… υπάρχεις βαθιά σαστισμένη.
Θανή στου κακού τα γεράκια!!! να λάμψεις ξανά τιμημένη!

Μαίρη Μπορμπουδάκη

Από το τριμηνιαίο περιοδικό για τον Λόγο την Τέχνη και τον Πολιτισμό, "Κελαινώ" (τεύχος 31ο - Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 2009), που εκδίδει η φίλη μας συγγραφέας-ποιήτρια κα. Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη.

Ωιμέ!


Πένθιμα ρούχα φόρεσε
απόψε η καρδιά μου
και σύρθηκε βαρύθυμα
στους δρόμους του κορμιού σου
που άλλοτε ξελόγιαζε με τ’ αγλαό του κάλλος
διαμάντι ως ήταν εκλεκτό στης γης το δαχτυλίδι.
Στον κόρφο σου δακρύζουσες
οι μαρμαρένιες κόρες
θρηνούν για την κατάντια σου
και για τον ξεπεσμό σου
και στον περίδοξο ναό ισκιώματα προγόνων
μ’ απελπισμού αλαλαγμούς
αφορισμούς σκορπίζουν.
Στα πέλματα σιχαμερά,
αχόρταγα σκουλήκια
το αίμα σου αναρροφούν
και τη ζωή σου κλέβουν
και στις παλάμες έχιδνες
την μοίρα σου χαράζουν.
Στο πελιδνό σου πρόσωπο το δάκρυ της σελήνης
μνήμες ξυπνά αλλοτινές,
ένδοξου παρελθόντος
και της καρδιάς η ωρυγή,
ραγίζει τη ματιά σου.
Ωιμέ!
Πού να βρω δύναμη να σε ξαναγαπήσω;
Μέλανας λίθος έγινες και πίσω θα σε ρίξω…

Μαρία Παχίτη

Από το τριμηνιαίο περιοδικό για τον Λόγο την Τέχνη και τον Πολιτισμό, "Κελαινώ" (τεύχος 31ο - Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 2009), που εκδίδει η φίλη μας συγγραφέας-ποιήτρια κα. Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη.

Δευτέρα, Απριλίου 19, 2010

Μια ασυνήθιστη επιστολή


Αγαπητέ άγνωστε αναγνώστη,

Δεν μπορώ να ξέρω ποιός ή ποιά είσαι. Σε σένα μιλάω που αυτή την στιγμή κοιτάζεις αυτές τις γραμμές. Λοιπόν, ξέρω ότι δεν σ' ενδιαφέρει ποιά είμαι τί είμαι αν είμαι κάτι ή τίποτα. Και καλά κάνεις δηλαδή. Απλά ζεις κι εσύ την ζωή σου. Όπως όλοι μας άλλωστε. Γι' αυτό όποια κι αν είμαι εγώ δεν έχει σημασία. Εσύ κοιτάζεις μόνο την δική σου ζωή. Ακόμα κι αν εγώ πεθαίνω μέσα στην πείνα και στην δίψα μου. Για σένα δεν έχει νόημα. Ακόμα κι αν ζω για να φτιάχνω την μπλούζα που φοράς. Για σένα δεν έχει αξία. Όμως εγώ θα την φτιάχνω και πάλι αύριο. Μην ανησυχείς λοιπόν. Εγώ είμαι πάντα πολύ μακριά για να ανησυχήσεις. Γι' αυτό και δεν με φτάνεις πότε. Όμως καταλαβαίνω. Χρειάζεσαι τα αεροπλάνα σου για να ταξιδεύεις. Τα μάτια σου για να ομορφαίνεις. Τα χέρια σου για να χειροκροτάς. Τα χρήματά σου για να θρέφεις τα μεγάλα σου όνειρα. Αυτά πάντως ξέρεις να τα θρέφεις καλά. Αλλά εντάξει, όχι εσύ βέβαια. Ο άλλος. Πάντα ο άλλος φταίει. Πάντα ο άλλος είναι ο άδικος. Πάντα ο άλλος είναι ο δολοφόνος. Όμως κοίτα λίγο καλύτερα. Έχετε τις ίδιες ζάντες. Σκέψου λίγο καλύτερα. Θάβεστε στο ίδιο τσιμέντο. Νιώσε λίγο καλύτερα. Βρίσκεστε δίπλα μου και δεν με κοιτάζετε καν. Ούτε όταν είμαι σε αυτό το φανάρι. Σε αυτό το παγκάκι. Σε αυτό το στενό. Όμως κι εσύ δεν προλαβαίνεις. Όπως κι εκείνος δηλαδή. Άρα τί κι αν είμαι στον δρόμο σου; Εσύ τον έχεις κάνει ηλεκτρικό διάδρομο τρέχοντας. Γιατί εγώ πεινάω. Εγώ διψάω. Εγώ κρυώνω. Όμως κι εσύ μπορεί να ξέχασες την ζακέτα σου. Ή μπορεί να κόλλησες στην κίνηση. Και πάλι. Γι' αυτό φωνάζεις για τα λουλούδια μου. Αφού εσύ ξεπουλάς την ψυχή σου. Όμως καταλαβαίνω. Έχεις κι εσύ μια δουλειά. Γι' αυτό αφήνεις πίσω σου όλο και περισσότερη άσφαλτο για να θαφτείς όλο και περισσότερο στο τσιμέντο.

Όμως μην βρίζεις κιόλας αν αργείς. Τα αισχρά λόγια πολλοί εμίσησαν. Τις αισχρές πράξεις ουδείς. Γι' αυτό έχεις τις τηλεοράσεις σου να σε ενημερώνουν. Κι από αυτές, μπορείς άφοβα να θαυμάζεις την κοινωνία. Όμως μην κλάψεις γι' αυτήν. Να κλαις μόνο για τα σίριαλ. Και μην χτίζεις αυτήν. Να χτίζεις μόνο καταστήματα. Μόνο έτσι μπορείς να αγοράσεις το κουφάρι μιας ακριβής ή μιας φτηνής σου ελευθερίας. Τί συμβαίνει; Μήπως ψάχνεις την αυθεντική; Εμπρός γύρνα και φώναξέ την. Θα γυρίσει να σε κοιτάξει μέσα από χιλιάδες βγαλμένα μάτια. Μέσα από χιλιάδες αγάλματα. Κι ίσως τότε δεις ότι την πούλησες σε τιμή ευκαιρίας.

Όμως τί πειράζει; Εσύ έχεις το ρολόι σου να κυλάει. Έχεις το δρόμο σου. Το αυτοκίνητο σου. Το ντουβάρι σου. Γι' αυτό άλλωστε δούλεψες και γι' αυτό τρέχεις. Γι' αυτό κοιτάζεις τα πάντα πίσω από το τζάμι σου. Γι' αυτό έχεις το σπίτι σου να σε περιμένει. Κι όταν το φτάνεις απλά βουλιάζεις στην καρέκλα σου. Και πιάνεις με το ένα χέρι σου τον καφέ και με το άλλο το τηλεκοντρόλ ή κάποια εφημερίδα. Και τότε ψάχνεις να με βρεις στην επιφάνεια. Εκεί θα βρεις μια χώρα, μια πόλη ή μια φωτογραφία μου. Αυτό είμαι για σένα. Μία κουκκίδα κάπου στον χάρτη σου. Μία εικόνα κάπου στον κόσμο σου. Μία λέξη που δεν μπορεί να σου μιλήσει για την ανθρωπιά.

Γι' αυτό σου χαρίζω αυτές τις συλλαβές. Πάρ’ τες. Αν και ξέρω ότι ποτέ δεν σε έφτασαν. Δεν πειράζει. Δες τες απλά σαν χειροκρότημα. Κι ας μη τις έζησες. Κι ας γέλασες. Κι ας τις πέταξες στα σκουπίδια.

Μια φίλη που δεν θέλει να αποκαλύψει το όνομά της